ΘΗΣΕΑΣ
Ο
ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
Τα
πνευματικά δικαιώματα
είναι κατοχυρωμένα
2002© |
THESEUS
THE
GREAT KING
Αll
Rights Reserved 2002© |
||
|
|
|||
ΘΗΣΕΑΣ: Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η
Ελλάδα είναι
η χώρα του πολιτισμού
που γέννησε την
δημοκρατία, ανέδειξε
τις ηθικές και
τις πνευματικές
αξίες, δημιούργησε
απαράμιλλη τέχνη
που αντέγραψαν
οι Ρωμαίοι και
αργότερα η αναγέννηση,
γέννησε τους
ολυμπιακούς
αγώνες, ανέπτυξε
την φιλοσοφία
που αντέγραψε
ο διαφωτισμός,
και επίσης ανέπτυξε
όλες τις επιστήμες,
από την ιατρική
με τον Ιπποκράτη
μέχρι την πυρηνική
φυσική με τον
Δημόκριτο, αν
και υπάρχει άγνωστη
υψηλή τεχνολογία
– όπως φανερώνουν
ο υπολογιστής
των Αντικυθήρων
που επινοήθηκε
από τον Νικία
που έζησε στη
Ρόδο μεταξύ 2ου
και 1ου αιώνα π.Χ.,
καθώς και οι πυραμίδες.
Η πρώτη πυραμίδα
στην Αίγυπτο,
η ``πυραμίδα του
Σακκάρα΄΄ του
Φαραώ Ζόζερ, κατασκευάστηκε
το 2620 π.Χ. Οι αρχαιότερες
πυραμίδες της
Ελλάδος: η ``πυραμίδα
του Ελληνικού΄΄
και η πυραμίδα
στο Άμφειον της
Θήβας, χρονολογούνται
στο 2720π.Χ. και στο
3000 – 2400 π.Χ., αντίστοιχα. Η
ιστορία αυτή
είναι βασισμένη
στην ελληνική
μυθολογία, αλλά
με μια πιο ορθολογική
προσέγγιση, απηλλαγμένη
από την υπερβολή.
Όμως, προβάλλεται
σε κάποια σημεία
η άγνωστη τεχνολογία
που κρύβεται
πίσω από την ελληνική
μυθολογία. Ο Θησέας,
από πολλούς μελετητές
– ακόμα και από
τον πρώτο επιστήμονα
ιστορικό, τον
Αθηναίο Θουκυδίδη
και τον, επίσης
αρχαίο Έλληνα
ιστορικό, Πλούταρχο
– θεωρείται πραγματικό
πρόσωπο που μυθοποιήθηκε.
Η ελληνική μυθολογία
κρύβει πολλά
για τον προϊστορικό
πολιτισμό και
την υψηλή τεχνολογία
των αρχαίων Ελλήνων.
Στην Ελλάδα ο
κυκλαδικός πολιτισμός
άρχισε να αναπτύσσεται
από το 6000 π.Χ. Όμως,
η ιστορία της
Ατλαντίδος δείχνει
ακμή της Αθήνας
– και γενικά της
Ελλάδος – το 8000 π.Χ.
Αρχαιοελληνικά
ευρήματα που
ήλθαν στο φως
φανέρωσαν την
ύπαρξη πολιτισμού
στην Ελλάδα από
την παλαιολιθική
εποχή – όπως για
παράδειγμα κρανίο
που ανακαλύφθηκε
στην Αρεόπολη
της Λακωνίας
και ανάγεται
στο 150000 π.Χ. Άλλωστε,
στην Ελλάδα βρέθηκε
στην Χαλκιδική
και ο αρχάνθρωπος
των Πετραλώνων
που έζησε κάπου
το 600000 π.Χ. Η
ελληνική μυθολογία,
πέρα από την υψηλή
τεχνολογία, δείχνει
ξεκάθαρα και
τα ταξίδια των
αρχαίων Ελλήνων
που έφθασαν σε
όλον τον κόσμο,
από τις Ινδίες
ως το Γιβραλτάρ,
από τον Καύκασο
ως την Παλαιστίνη
και το Αφγανιστάν,
στο οποίο ζει
σήμερα η φυλή
Καλλάς, και από
την Αγγλία, που
ανακαλύφθηκε
και χαρτογραφήθηκε
από τον Πυθέα,
ως την Αιθιοπία.
Ακόμα και στην
Αμερική, που μάλλον
ήταν η Ατλαντίδα,
έχουν βρεθεί
αρχαιοελληνικά
νομίσματα από
ελληνιστικά
βασίλεια και
αποικίες της
Ελλάδος οι οποίες
επεκτείνονταν
στη Μαύρη Θάλασσα
και σε όλη στην
Μεσόγειο – ακόμα
και στις ακτές
της Αφρικής. Κεφάλαιο
(Α) Τα παιδικά χρόνια
του Θησέα
2000
π.Χ. Στην Τροιζήνα
της Αργολίδας
βασίλευε ο Πιτθέας,
υιός του Πέλοπα
– από τον οποίο
πήρε το όνομά
της η Πελοπόννησος
– και της Ιπποδάμειας,
κόρης του Οινομάου,
βασιλιά της Πίσας
στην Ηλεία. Ο Πιτθέας
ήταν ιδρυτής
του αρχαιότερου
ελληνικού ναού.
Η κόρη του Πιτθέα,
Αίθρα, είχε αποκτήσει
με τον βασιλιά
της Αθήνας, Αιγέα,
ένα αγόρι: τον
Θησέα. Ο Θησέας
μεγάλωσε με την
μητέρα και τον
παππού του στο
παλάτι της Τροιζήνας.
Στο
τριώροφο παλάτι
της Τροιζήνας,
είναι μεσημέρι
και ο βασιλιάς
Πιτθέας υποδέχεται
τον Ηρακλή! Φοράει
τη λεοντή του
και κρατάει το
ρόπαλό του. Μαζί
του είναι και
ο σύντροφός του,
Ιόλαος. Ηρακλής:
Χαίρε Πιτθέα,
βασιλιά της Τροιζήνας!
Πέρασα από το
παλάτι σου για
να γνωρίσω επιτέλους
εσένα, τον υιό
του περίφημου
Πέλοπα – από τον
οποίο πήρε το
όνομά της η Πελοπόννησος.
Πιτθέας:
Χαίρε και σε σένα
Ηρακλή! Ποίος
είναι ο νέος που
είναι μαζί σου;
Ηρακλής:
Είναι ο ανεψιός
μου Ιόλαος, υιός
του ετεροθαλούς
αδελφού μου Ιφικλή.
Ο Ιφικλής είναι
υιός του βασιλιά
της Τίρυνθας
στην Αργολίδα,
Αμφιτρύωνα, και
της μητέρας μου
της Αλκμήνης.
Ο Ιόλαος με έχει
βοηθήσει σε πολλούς
άθλους μου. Μάλιστα,
προς τιμήν του
έχω χτίσει ναό
με το όνομά του
σε αποικία μας
στη Σικελία! Πιτθέας:
Ηρακλή, τα κατορθώματά
σου έχουν γίνει
μύθος σε όλη την
Ελλάδα. Είναι
αλήθεια αυτό
που ακούστηκε
τελευταία, ότι
στην Ιταλία σκότωσες
τον ληστή Κάκο;
Ηρακλής:
Ναι, ήταν ένας
αδίστακτος ληστής
που ζούσε στο
όρος Αβεντίνο
της Ρώμης και
με τη συμμορία
του λεηλατούσε
τη Ρώμη και τις
άλλες αποικίες
μας στη Μεγάλη
Ελλάδα. Είχε το
τέλος που του
άξιζε! Με την βοήθεια
γενναίων ανδρών
κυνηγήσαμε και
σκοτώσαμε τους
συντρόφους του
και τον ίδιο τον
σκότωσα εγώ έπειτα
από μονομαχία.
Πιτθέας:
Ηρακλή και Ιόλαε,
θα σας φιλοξενήσω
όσες ημέρες θέλετε
στο παλάτι μου.
Φαντάζομαι, όμως,
πως τώρα θα πεινάτε.
Είναι μεσημέρι…
Ηρακλής:
Ναι! Το μεγάλο
ταξίδι μας άνοιξε
την όρεξη! Ο
Πιτθέας φωνάζει
τους υπηρέτες
να ετοιμάσουν
τραπέζι. Ο Ηρακλής
βγάζει την λεοντή
του και την αφήνει
σε μια κρεμάστρα
στον διάδρομο.
Ο Ηρακλής και
ο Ιόλαος πλένουν
τα χέρια τους
σε ένα δοχείο
με νερό που τους
φέρνει κάποιος
υπηρέτης. Εκείνη
τη στιγμή μπαίνει
στην κυρία αίθουσα
του παλατιού
η Αίθρα, συνοδευόμενη
από τις υπηρέτριές
της και κρατώντας
στο χέρι τον μικρό
Θησέα. Πιτθέας:
Ηρακλή, Ιόλαε!
Να σας συστήσω
την κόρη μου Αίθρα.
Ο μικρός που κρατάει
είναι ο τετράχρονος
Θησέας, ο εγγονός
μου. Θησέας
(κοιτώντας τον
Ηρακλή): Παππού,
ποιος είναι αυτός
ο δυνατός άνδρας;
Πιτθέας:
Θησέα, είναι ο
Ηρακλής. Ο άλλος
άνδρας είναι
ο ανεψιός και
σύντροφός του,
Ιόλαος. Θησέας:
Ηρακλή, έχω ακούσει
πολλές ιστορίες
για εσένα. Μου
τις λέει κάθε
νύχτα ο παππούς
μου. Κάποια
στιγμή, ενώ ο Ηρακλής
και ο Ιόλαος συνομιλούν
με τον βασιλιά,
ο Θησέας ξεφεύγει
από την προσοχή
της μητέρας του
και πλησιάζει
γεμάτος περιέργεια
τη λεοντή του
Ηρακλή την οποία
έχει αφήσει στον
διάδρομο, σε μία
κρεμάστρα. Ο Θησέας,
νομίζοντας πως
το λιοντάρι είναι
ζωντανό, πηγαίνει
στην οπλοθήκη
αρπάζει ένα τσεκούρι
και το πετάει
εναντίον της
λεοντής! Ο Πιτθέας,
ο Ηρακλής, ο Ιόλαος
και η Αίθρα μόλις
ακούνε τον θόρυβο
του τσεκουριού
που χτυπά τη λεοντή
γυρνάνε και τρέχουν
προς το μέρος
του Θησέα! Πιτθέας:
Τι έγινε; Θησέα,
τι έκανες; Ηρακλής:
Πέταξε ένα τσεκούρι
στη λεοντή μου,
το τομάρι από
το περίφημο λιοντάρι
της Νεμέας που
σκότωσα! Ιόλαος:
Προφανώς θα πέρασε
το λιοντάρι για
ζωντανό και θέλησε
να το σκοτώσει! Αίθρα:
Θα ήθελα να ήξερα
που βρήκε το τσεκούρι;
Πιτθέας:
Δεν με ενδιαφέρει
που το βρήκε! Με
ενδιαφέρει πως
ο εγγονός μου
βρήκε το θάρρος
να το πετάξει!
Ηρακλής:
Πιτθέα, ο εγγονός
σου θα γίνει γενναίος
άνδρας όταν μεγαλώσει!
Είμαι βέβαιος
για αυτό! Ιόλαος:
Ήδη, το αγόρι έχει
πολύ θάρρος και
εξυπνάδα. Πιτθέας:
Φυσικά, αφού την
ανατροφή του
την έχω αναλάβει
προσωπικά και
δεν αφήνω τίποτα
και κανέναν να
τον φοβίζει! Ούτε
αφήνω το παιδί
να το καλομαθαίνει
η μητέρα του! Υπηρέτης:
Με συγχωρείτε
που σας διακόπτω,
αλλά το τραπέζι
είναι έτοιμο.
Μπορείτε να καθίσετε.
Ηρακλής:
Θησέα έλα εδώ!
Κάθισε δίπλα
μου στο τραπέζι
και θα σου διηγηθώ
ο ίδιος γεγονότα
που έζησα. Ο
Θησέας, ο Ηρακλής,
ο Ιόλαος και ο
Πιτθέας εκάθησαν
μαζί στο τραπέζι,
ενώ η Αίθρα αποσύρθηκε
στα ιδιαίτερα
διαμερίσματά
της. Ο Θησέας είχε
εντυπωσιαστεί
από τον Ηρακλή
και τις ιστορίες
του. Ο Ηρακλής
και ο Ιόλαος την
επόμενη ημέρα
έφυγαν. Ο Θησέας,
όμως, ήταν ενθουσιασμένος
με τον Ηρακλή
και δεν χόρταινε
να ακούει από
τον πατέρα του
ιστορίες για
αυτόν. Μία νύχτα
ο Πιτθέας έλεγε
στον εγγονό του
την ιστορία με
τον Ηρακλή που
σκότωσε τις στυμφαλίδες
όρνιθες. Θησέας:
Παππού, θέλω να
μοιάσω στον Ηρακλή!
Να γίνω ήρωας
και να σκοτώνω
τους κακούς! Να
γίνω δυνατός
όπως αυτός! Πιτθέας:
Μα ήδη απέδειξες
ότι είσαι δυνατός!
Και αν πειράξει
κάποιος εμένα
ή την μάνα σου,
δεν θα διστάσεις
να πετάξεις και
σε αυτόν το τσεκούρι!
Και ότι πήγες
στην οπλοθήκη
και το πήρες, δείχνει
ότι είσαι πανέξυπνος.
Το
ίδιο βράδυ ο Θησέας
ονειρευόταν
ότι έκανε τα κατορθώματα
του Ηρακλή. Ο
καιρός περνούσε.
Ο Θησέας ήταν
πλέον 13 ετών. Στην
αυλή του παλατιού
ο Θησέας παίζει
με τους συνομηλίκους
του, τον Αγαπτόλεμο
και τον Αγασία,
πόλεμο με ξύλινα
σπαθιά και ασπίδες.
Ο Θησέας τους
αντιμετωπίζει
και τους δύο! Ο
Θησέας ``καρφώνει΄΄
το ξύλινο σπαθί
στο στήθος του
Αγαπτόλεμου. Θησέας:
Αγαπτόλεμε σου
τρύπησα την καρδιά!
Σειρά σου τώρα
Αγασία! Με
μια γρήγορη κίνηση
ο Θησέας ``καρφώνει΄΄
το ξύλινο σπαθί
και στο στήθος
του Αγασία. Θησέας:
Σας σκότωσα και
τους δύο! Αγασίας:
Μπορεί να είσαι
καλός στον πόλεμο,
αλλά όχι στον
αθλητισμό! Θες
να παραβγούμε
στην δισκοβολία;
Θησέας:
Φυσικά! Θα σας
νικήσω! Τα
3 αγόρια συναγωνίζονται
στην δισκοβολία
και ο Θησέας νικά.
Ο Πιτθέας και
η Αίθρα παρακολουθούν
τον Θησέα από
το παράθυρο του
παλατιού. Αίθρα:
Μπράβο υιέ μου!
Ο
Θησέας ήταν πρώτος
στον αθλητισμό.
Οι γονείς του,
όμως, φρόντιζαν
και για την πνευματική
του διαπαιδαγώγηση.
Έτσι, έμαθε γραφή
και ανάγνωση,
καθώς και μουσική.
Ο
βασιλιάς Πιτθέας
συνομιλεί με
την κόρη του Αίθρα.
Πιτθέας:
Σήμερα ο εγγονός
μου Θησέας γίνεται
16 ετών. Κόρη μου,
δεν ξέρεις πόσο
θα ήθελα ο Θησέας
να μεγαλώσει
κοντά μου και
όταν ενηλικιωθεί
να γίνει βασιλιάς
της Τροιζήνας…
Αίθρα:
Πατέρα, ξέρεις
πως ο Θησέας είναι
υιός του Αιγέα,
του βασιλιά της
Αθήνας. Η μοίρα
του είναι προδιαγεγραμμένη…
Τον περιμένουν
σκληρές δοκιμασίες,
αλλά θα καταφέρει
κάποτε να γίνει
βασιλιάς, όχι
εδώ, αλλά στην
Αθήνα. Πιτθέας:
Ο Θησέας μεγάλωσε
μαζί μας και πρέπει
να μείνει μαζί
μας… Αίθρα:
Ξέρεις πως δεν
μπορεί να γίνει
αυτό... Ο Θησέας
συμπλήρωσε τα
16 χρόνια και πρέπει
να φύγει... Όλα
αυτά τα χρόνια
ήθελα να αποφύγω
τη στιγμή της
αποχώρησης. Όμως,
μου δίνει δύναμη
το γεγονός ότι
ο Θησέας θα γίνει
κάποτε μεγάλος
άνδρας και είμαι
σίγουρη για αυτό.
Άλλωστε, χθες
πήγα στο ναό και
η Εστιάδα μου
είπε πως ο Θησέας
θα αντιμετωπίσει
πολλές δυσκολίες,
αλλά τελικά θα
γίνει σαν τον
Ηρακλή. Ένας ήρωας!
Πιτθέας:
Η ιέρεια της Εστίας
είχε δίκιο. Η προσδοκία
αυτή απαλύνει
και τον δικό μου
πόνο του αποχωρισμού.
Σήμερα, Αίθρα,
θα πεις την αλήθεια
στον Θησέα. Αλλά
δεν θα του αποκαλύψεις
ότι ο πατέρας
του είναι ο Αιγέας.
Αυτήν την εντολή
άφησε ο πατέρας
του, όταν έκρυψε
το ξίφος και τα
σανδάλια του
κάτω από τον βράχο.
Ο Θησέας θα πάει
στην Αθήνα και
θα ανακαλύψει
μόνος του τον
πατέρα του και
αυτό αποτελεί
μέρος των πολλών
δοκιμασιών, για
το αν είναι κατάλληλος
να σταθεί στο
πλάι του πατέρα
του και να γίνει
ο διάδοχος του
θρόνου των Αθηνών.
Η
Αίθρα βρίσκει
τον Θησέα να παίζει
λύρα στο δωμάτιό
του και να τραγουδάει
τα κατορθώματα
του Ηρακλή. Μαζί
με τον Θησέα ήταν
η φίλη του Αερόπη
που του χαϊδεύει
τα μαλλιά. Αίθρα:
Αερόπη, μας αφήνεις
για λίγο; Αερόπη:
Ναι. Θησέα, θα τα
πούμε αργότερα.
Αίθρα:
Θησέα, παίζεις
πολύ ωραία λύρα,
σαν τον Απόλλωνα!
Και έχεις μεγαλώσει
πολύ! Έχεις γίνει
πλέον άνδρας
και έφθασε ο καιρός
να σου πω κάτι... Θησέας:
Τι είναι μητέρα;
Αίθρα:
Αφορά τον πατέρα
σου. Θησέας:
Μου έχεις πει
ότι έχει πεθάνει.
Αίθρα:
Θησέα, άκουσέ
με... Ο παππούς
σου και εγώ, χρόνια
τώρα κρατάμε
ένα μυστικό. Δεν
μπορέσαμε να
στο πούμε, γιατί
ήταν επιθυμία
του πατέρα σου.
Γεννήθηκες στην
Αθήνα, όμως, λίγους
μήνες μετά τη
γέννησή σου ο
πατέρας σου ερωτεύτηκε
μία άλλη γυναίκα
και έτσι χωρίσαμε
και σε πήρα μαζί
μου, εδώ στην Τροιζήνα.
Ο πατέρας σου
θεώρησε καλύτερο
να μείνεις με
εμένα και όταν
ενηλικιωθείς
να σου αποκαλύψω
ότι ζει και να
αποφασίσεις
εσύ ο ίδιος αν
θες να τον συναντήσεις…
Εκείνη
τη στιγμή μπαίνει
στο δωμάτιο ο
Πιτθέας. Πιτθέας:
Του το είπες; Αίθρα:
Ναί… Θησέας:
Μητέρα, παππού…
Μου φαίνονται
απίστευτα όλα
αυτά! Δεν σας κρατάω
κακία που μου
το κρατήσατε
μυστικό επί δεκαέξι
χρόνια! Το κάνατε
για να μην μισούσα,
όλα αυτά τα χρόνια,
τον πατέρα μου
που με εγκατέλειψε,
αλλά μόλις θα
ενηλικιωνόμουν
μόνος μου να αποφάσιζα
αν θα ήθελα να
συναντήσω τον
πατέρα μου. Και
το αποφάσισα!
Θέλω να τον συναντήσω! Πιτθέας:
Θησέα, αναμέναμε
την απόφαση αυτή…
Πριν, όμως, ξεκινήσεις
υπάρχει μια δοκιμασία…
Θησέας:
Ποια; Αίθρα:
Ο πατέρας σου,
όταν επέστρεψα
εδώ από την Αθήνα,
ήλθε μαζί μου
και έκρυψε το
σπαθί και τα σανδάλια
του κάτω από έναν
τεράστιο βράχο.
Μου άφησε ρητή
εντολή πως όταν
θα καταφέρεις
να κυλίσεις τον
βράχο και να πάρεις
το ξίφος και τα
σανδάλια του,
τότε θα είσαι
έτοιμος να ταξιδέψεις
στην Αθήνα και
να τον συναντήσεις.
Ο πατέρας σου
θα σε αναγνωρίσει
από το ξίφος του
που θα πάρεις
όταν κυλίσεις
τον βράχο. Θησέας:
Μητέρα, πήγαινέ
με στον βράχο!
Η
Αίθρα με τον Πιτθέα
οδηγούν τον Θησέα
σε μία περιοχή
κοντά στο παλάτι
όπου υπήρχε ένας
τεράστιος βράχος.
Αίθρα:
Αυτός είναι ο
βράχος! Θα τα καταφέρεις
να τον κυλίσεις;
Θησέας:
Ναι! Ο
Θησέας, με έντονη
προσπάθεια, καταφέρνει
και κυλάει τον
βράχο και πράγματι
κάτω του υπάρχει
ένα περίτεχνο
ξίφος και ένα
ζευγάρι σανδάλια.
Αίθρα:
Θησέα, πάρε το
ξίφος και τα σανδάλια!
Κατάφερες να
κυλίσεις τον
βράχο και είσαι
έτοιμος να συναντήσεις
τον πατέρα σου!
Πιτθέας:
Αύριο το πρωί
θα ξεκινήσεις
το ταξίδι για
την Αθήνα! Θα ταξιδέψεις
από την θάλασσα
και θα φθάσεις
στον Πειραιά.
Δεν θέλω να ταξιδέψεις
από τη στεριά,
γιατί υπάρχουν
ληστές. Θησέας:
Παππού, δεν φοβάμαι
κανέναν! Θα πάω
από τη στεριά
και θα αντιμετωπίσω
τους κινδύνους
σαν άνδρας! Θέλω,
με τα κατορθώματά
μου, το όνομά μου
να μείνει στην
ιστορία – όπως
του Ηρακλή! Πιτθέας:
Εγκυμονούν πολλοί
κίνδυνοι Θησέα,
αν πας από τη στεριά…
Αλλά αφού είναι
δική σου επιθυμία
να το κάνεις, δεν
θα σε εμποδίσουμε.
Η μητέρα σου και
εγώ πιστεύουμε
ότι θα γίνεις
μεγάλος και τα
κατορθώματά
σου θα γίνουν
μύθος, όπως αυτά
του Ηρακλή. Όμως,
σκέψου ότι θα
είσαι μόνος στο
ταξίδι, χωρίς
δική μου φρουρά.
Θα τα καταφέρεις;
Θησέας:
Βέβαια, παππού!
Είμαι ανίκητος! Κεφάλαιο
(Β) Το ταξίδι του
Θησέα προς την
Αθήνα
Ο
Θησέας αποχαιρέτησε
τη μητέρα, τον
παππού του και
την φίλη του την
Αερόπη, και πήρε
από την ξηρά τον
δρόμο για την
Αθήνα. Πέρασε
από την Επίδαυρο
όπου επισκέφτηκε
το Ασκληπιείο
που ήταν θεραπευτήριο,
και μετά συνέχισε
και έφθασε στον
Ισθμό. Όμως, ο δρόμος
προς την Αθήνα
ήταν γεμάτος
ληστές για τους
οποίους τον είχαν
προειδοποιήσει
οι διαβάτες που
είχε συναντήσει
στον δρόμο. Έτσι,
ο Θησέας αντιμετώπισε
δυσκολίες... Ο
πρώτος ληστής
που συνάντησε
ο Θησέας, καθώς
περνούσε από
τον Ισθμό της
Κορίνθου, ήταν
ο Σίνης ο Πιτυοκάμπτης
που έπιανε τους
οδοιπόρους τους
λήστευε και έπειτα
έδενε το ένα πόδι
τους σε ένα πεύκο
και το άλλο τους
πόδι το έδενε
στο έδαφος. Στη
συνέχεια έκοβε
το σκοινί που
συγκρατούσε
τον άτυχο περαστικό
και αυτός διαμελιζόταν.
Ο
Θησέας καθώς
περπατά ακούει
μία φωνή. Σίνης:
Σταμάτα. Ποιος
είσαι; Θησέας:
Ονομάζομαι Θησέας
και πηγαίνω στην
Αθήνα! Σίνης:
Δεν πας πουθενά!
Είμαι ο Σίνης!
Δώσε μου ότι έχεις
αμέσως! Θησέας:
Έχω κάτι! Κάτσε
να στο δώσω! Ο
Θησέας αστραπιαία
δίνει μία δυνατή
γροθιά στον Σίνη.
Ο Σίνης σηκώνεται
από το έδαφος
και πιάνεται
στα χέρια με τον
Θησέα. Τελικά,
ο Θησέας νικά
τον Σίνη και τον
σκοτώνει με τον
ίδιο τρόπο που
ο Σίνης σκότωνε
τα θύματά του:
δένει το ένα πόδι
του σε ένα πεύκο
και το άλλο του
πόδι στο έδαφος
και στη συνέχεια
κόβει το σκοινί
που τον συγκρατεί.
Έτσι, ο Σίνης διαμελίζεται. Θησέας:
Σίνη δεν μπορείς
να κάνεις, πλέον,
κακό σε κανέναν!
Ο
Θησέας συνέχισε
τον δρόμο του
προς την Αθήνα,
ώσπου συνάντησε
τον Σκίρωνα. Ήταν
ένας ληστής που
παραφύλαγε σε
ένα απόκρημνο
μονοπάτι της
Κακιάς Σκάλας,
λίγο πριν τα Μέγαρα.
Όταν περνούσε
κάποιος οδοιπόρος,
αφού πρώτα τον
λήστευε, τον γκρέμιζε
από ψηλά στα βράχια
της θάλασσας:
στις Σκιρωνίδες
Πέτρες. Ο
Θησέας περνά
από το μονοπάτι
που παραφυλάει
ο Σκίρωνας. Ξαφνικά
πετάγεται ο ληστής
και με μία λαβή
αρπάζει τον Θησέα.
Θησέας:
Τι θες από εμένα;
Σκίρωνας:
Είμαι ο Σκίρωνας.
Από εμένα δεν
θα βγεις ζωντανός!
Οι
δύο άνδρες παλεύουν.
Τη στιγμή που
ο Σκίρωνας έχει
στριμώξει τον
Θησέα στο χείλος
του γκρεμού και
είναι έτοιμος
να τον ρίξει στα
βράχια, ο Θησέας
με μία γρήγορη
λαβή γκρεμίζει
τον Σκίρωνα στα
βράχια της θάλασσας.
Στη συνέχεια
μια τεράστια
θαλάσσια χελώνα
πλησιάζει το
πτώμα του Σκίρωνα
και αρχίζει να
το κατασπαράζει!
Θησέας:
Σκίρωνα, αντί
να με σκοτώσεις,
έγινες ο ίδιος
φαγητό! Ο
Θησέας συνέχισε
την πεζοπορία.
Πέρασε τα Μέγαρα,
την Ελευσίνα
και τελικά έφθασε
στην Δάφνη. Εκεί
είχε το λημέρι
του ο Προκρούστης
ή Δαμαστής ή Πολυπήμων.
Ήταν ένας γιγαντόσωμος
ληστής από την
Ελευσίνα που
είχε ένα σιδερένιο
κρεβάτι πάνω
στο οποίο εξηνάγκαζε
τους διαβάτες
να ξαπλώσουν,
αφού πρώτα τους
λήστευε. Σε όσους
διαβάτες τα πόδια
προεξείχαν από
το κρεβάτι, δηλαδή
ήταν ψηλοί, ο Προκρούστης
τα έκοβε. Αντιθέτως,
σε όσους διαβάτες
τα πόδια δεν έφθαναν
το χείλος του
κρεβατιού, δηλαδή
ήταν κοντοί, ο
Προκρούστης
τα τράβαγε για
να τα φέρει στην
άκρη του κρεβατιού,
εξαρθρώνοντάς
τα. Έτσι, τα θύματα
πέθαιναν από
την αιμορραγία. Ενώ
ο Θησέας περπατάει,
συναντά ξαφνικά
τον Προκρούστη
που τον πλησιάζει
με απειλητικές
διαθέσεις. Προκρούστης:
Είμαι ο Προκρούστης!
Έλα εδώ να ξαπλώσεις
στο κρεβάτι που
έχω! Θησέας:
Μάλλον είναι
για εσένα ώρα
για ύπνο! Ο
Θησέας παλεύει
με τον Προκρούστη
και τον σωριάζει
στο έδαφος. Ο Προκρούστης
διατηρεί τις
αισθήσεις του.
Θησέας:
Έλα να σε βάλω
να ξαπλώσεις!
Ο
Θησέας τοποθετεί
τον Προκρούστη
στο κρεβάτι. Φυσικά,
ως γιγαντόσωμος,
τα πόδια του προεξέχουν
από το κρεβάτι.
Έτσι, ο Θησέας
του κόβει τα πόδια
και ο Προκρούστης
πεθαίνει. Θησέας:
Καλό ύπνο! Ο
τελευταίος ληστής
που συνάντησε
ο Θησέας ήταν
ο Περιφήτης. Ήταν
ένας κουτσός
ληστής που έφερε
ένα σιδερένιο
ρόπαλο με το οποίο
χτυπούσε τους
οδοιπόρους στο
κεφάλι, σκοτώνοντάς
τους, αφού πρώτα
τους λήστευε.
Ο
Θησέας περπατά
αμέριμνος και
ξαφνικά πετάγεται
μπροστά του ο
ληστής με το ρόπαλο
στο χέρι! Περιφήτης:
Είμαι ο Περιφήτης!
Δώσε μου ότι έχεις,
αλλιώς σε σκοτώνω! Θησέας:
Πάνω από το πτώμα
μου! Ο
Περιφήτης ρίχνει
με το ρόπαλο προς
το κεφάλι του
Θησέα, αλλά ο Θησέας
με μία γρήγορη
κίνηση αποφεύγει
το χτύπημα. Στη
συνέχεια ο Θησέας
ρίχνει μια γροθιά
στον Περιφήτη
που σωριάζεται
στο έδαφος. Ακολουθεί
πάλη και τελικά
ο Θησέας κατορθώνει
να πάρει το ρόπαλο
και να τσακίσει
το κεφάλι του
ληστή. Θησέας:
Περιφήτη, τώρα
εσύ είσαι νεκρός!
Φαντάζομαι πόσοι
διαβάτες θα έχουν
σκοτωθεί από
τους ληστές που
σκότωσα. Το σιδερένιο
αυτό ρόπαλο είναι
καλό όπλο και
θα το έχω για πάντα.
Περιφήτη, ευχαριστώ
για το δώρο! Στη
συνέχεια, λίγο
πριν φθάσει στην
πόλη τον Αθηνών,
ο Θησέας συναντά
έναν αγριόχοιρο.
Ο δρόμος είναι
γεμάτος ακαθαρσίες
και ο αγριόχοιρος
έχει άγριες διαθέσεις
και αρχίζει να
κυνηγά τον Θησέα.
Ο Θησέας, με το
ρόπαλο του Περιφήτη,
σκοτώνει τον
αγριόχοιρο. Έτσι,
απαλλάσσει την
περιοχή από το
ζώο που την λυμαινόταν.
Θησέας:
Ευτυχώς που μέχρι
τώρα δεν χρειάστηκε
να λερώσω με αίμα
το σπαθί του πατέρα! Ο
Θησέας συνέχισε
τον δρόμο προς
την Αθήνα. Πέρασε
τις Αχαρνές και
έφθασε σε ένα
χωριουδάκι. Εκεί
συναντά μία γριούλα
με ένα μπαστουνάκι
που δυσκολεύεται
να περπατήσει. Θησέας:
Πού πας γριά; Γριά:
Ποιος είσαι υιέ
μου; Θησέας:
Λέγομαι Θησέας
και πηγαίνω στην
Αθήνα. Γριά:
Το όνομά μου είναι
Εκάλη. Πάω στο
σπίτι του υιού
μου, για να τον
δω. Το σπίτι είναι
λίγο πιο κάτω. Θησέας:
Έλα εδώ γριά! Θα
σε κουβαλήσω
στην πλάτη μου!
Μην φοβάσαι! Είμαι
αρκετά δυνατός.
Έτσι,
ο Θησέας μετέφερε
τη γριά στον προορισμό
της. Γριά:
Θησέα, υιέ μου,
δεν έχω κάτι να
σου δώσω και να
στο ξεπληρώσω,
αλλά για το καλό
που μου έκανες
θα σου πω κάτι.
Δεν σε γνωρίζω,
αλλά σου λέγω
πως όταν φθάσεις
στην Αθήνα θα
μιλάνε όλοι για
εσένα και τα κατορθώματά
σου. Κάποτε θα
φθάσεις πολύ
ψηλά και θα ευτυχίσεις.
Πρόσεχε, όμως,
την αγνωμοσύνη! Θησέας:
Πού γνωρίζεις
για τα κατορθώματά
μου; Η
γριά δεν απάντησε,
αλλά συνέχισε
τον δρόμο της.
Η
περιοχή αυτή
έγινε αργότερα
δήμος της Λεοντίδος
φυλής της Αττικής
και ονομάστηκε
Εκάλη, από το όνομα
της γριάς την
οποία ο Θησέας
βοήθησε. Κεφάλαιο
(Γ) Ο Θησέας στην
Αθήνα
Τελικά
ο Θησέας έφθασε
στην Αθήνα όπου
ήδη είχαν γίνει
γνωστά τα κατορθώματά
του με τους ληστές
και τον κάπρο.
Η γριά είχε δίκιο.
Στον
δρόμο κάποιος
περαστικός απευθύνει
το λόγο στον Θησέα
που στέκεται
έξω από έναν ναό.
Βύρων
(περαστικός): Ποιος
είσαι εσύ; Δεν
μου φαίνεσαι
Αθηναίος. Θησέας:
Λέγομαι Θησέας
και είμαι ξένος.
Ήλθα στην Αθήνα
για να συναντήσω
τον πατέρα μου.
Βύρων:
Ονομάζομαι Βύρων.
Αυτές τις ημέρες
λέγεται πως κάποιος
ξένος με το όνομα
Θησέας σκότωσε
τους ληστές στον
δρόμο από την
Κόρινθο προς
την Αθήνα και
επίσης σκότωσε
έναν αγριόχοιρο.
Εσύ είσαι ένα
αγόρι! Δεν μπορεί
να είσαι εσύ! Εσύ
είσαι μειράκιον!
Θησέας:
Είμαι 16 ετών. Είμαι
μείραξ, αλλά έχω
την δύναμη ταύρου!
Ναι! Εγώ έκανα
όλα αυτά που λένε!
Ο
Βύρων απευθύνεται
σε δύο γνωστούς
του που τυχαίνει
να περνούν από
εκεί. Βύρων:
Χαιρέα! Νικία!
Αυτό το παιδί
λέγει πως είναι
ο Θησέας που σκότωσε
τους ληστές και
τον κάπρο! Τότε
μαζεύονται γύρω
από τον Θησέα
και άλλοι περαστικοί
που ακούνε τα
λόγια αυτά. Χαιρέας:
Δεν είναι δυνατόν
να τα έκανες εσύ
αυτά! Είσαι ένα
αμούστακο αγόρι!
Ο
Θησέας δείχνει
το ρόπαλο του
Περιφήτη. Θησέας:
Κοιτάξτε αυτό
εδώ! Αυτό είναι
το σιδερένιο
ρόπαλο του ληστή
Περιφήτη! Οι
περαστικοί κοιτούν
με έκπληξη και
θαυμασμό. Χαιρέας:
Πώς τα κατάφερες;
Νικίας:
Οι ληστές ήταν
μεγάλη πληγή.
Εύγε! Η
φήμη του Θησέα
εξαπλώθηκε σε
όλη την Αθήνα.
Ο Θησέας έμενε
προσωρινά σε
ένα πανδοχείο.
Ο πατέρας του,
Αιγέας, άκουσε
και αυτός τα κατορθώματα
του Θησέα, αλλά
δεν ήξερε το όνομα
του υιού του για
να τον αναγνωρίσει.
Στην
Ακρόπολη, στο
παλάτι – στην αίθουσα
του θρόνου, ο Αιγέας
συνομιλεί με
τη σύζυγό του
Μήδεια. Αιγέας:
Μήδεια, διαδίδονται
φήμες για κάποιον
ονόματι Θησέα
που βρίσκεται
στην Αθήνα και
λένε πως σκότωσε
τους ληστές: Σίνη,
Σκίρωνα, Προκρούστη,
Περιφήτη, καθώς
και έναν αγριόχοιρο.
Μήδεια:
Ναι, άκουσα και
εγώ τις φήμες.
Ανησυχώ! Αυτός
ο Θησέας είναι
επικίνδυνο άτομο.
Μπορεί να θέλει
να πάρει τον θρόνο!
Πρέπει με την
κατάλληλη ευκαιρία
να τον εξοντώσουμε!
Κανένας δεν θα
πάρει τον θρόνο!
Η
Μήδεια αποσύρεται
εμφανώς ταραγμένη.
Στην αυλή του
παλατιού συναντά
τον υιό της Μήδο.
Μήδεια:
Μήδε, υιέ μου, ανησυχώ
για όλα αυτά που
λέγονται για
κάποιον Θησέα
που σκότωσε τους
ληστές στον δρόμο
από την Κόρινθο
προς την Αθήνα,
και τώρα βρίσκεται
εδώ! Μήδος:
Μητέρα, ίσως να
θελήσει να πάρει
τον θρόνο! Μήδεια:
Αυτό φοβάμαι
και εγώ! Με την
δύναμη που έχει
είναι πολύ επικίνδυνος.
Αλλά θα βρω τρόπο
να τον σκοτώσω.
Μην ανησυχείς
Μήδε! Τον πατέρα
σου θα τον διαδεχθείς
μόνον εσύ και
θα γίνεις ο επόμενος
βασιλιάς της
Αθήνας! Η
Μήδεια δείχνει
στον Μήδο την
Αθήνα από ψηλά,
από το παλάτι
που ήταν στην
Ακρόπολη. Μήδεια:
Μήδε, την πόλη
αυτή θα την βασιλέψεις
εσύ! Εν
τω μεταξύ, ο Θησέας,
καθώς περπατάει
κάτω από την Ακρόπολη,
συναντάει κάποιους
εργάτες να χτίζουν
έναν ναό. Θησέας:
Τι χτίζετε εσείς;
Εργάτης:
Τον ναό του Απόλλωνα
Δελφίνιου. Κάποιος
άλλος εργάτης:
Αγόρι είσαι; Έτσι
αμούστακο σε
πέρασα για κορίτσι!
Οι
εργάτες γελούν
και κοροϊδεύουν
τον Θησέα. Ο Θησέας
νευριάζει και
χωρίς να τους
μιλήσει ξεπεζεύει
έναν ταύρο από
κάποιο άρμα που
βρισκόταν εκεί
δίπλα, τον αρπάζει
με τα χέρια του,
τον σηκώνει και
τον πετάει προς
το μέρος των εργατών!
Ο ταύρος αφηνιασμένος
τρέχει σκορπώντας
τον τρόμο στους
εργάτες! Θησέας:
Τώρα να ποιοι
είναι κορίτσια!
Εργάτης:
Μας συγχωρείς.
Δεν θέλαμε να
σε προσβάλλουμε.
Απλά σε πειράζαμε.
Είσαι πολύ δυνατός!
Την
όλη σκηνή έτυχε
να παρακολουθεί
ο Αιγέας από το
παλάτι του στην
Ακρόπολη, κάτω
από την οποία
χτιζόταν ο ναός.
Αιγέας:
Νεανία, έλα εδώ!
Είμαι ο Αιγέας,
ο βασιλιάς της
Αθήνας! Εσύ ποιος
είσαι και γιατί
τρόμαξες τους
εργάτες; Θησέας:
Ονομάζομαι Θησέας.
Οι εργάτες πήραν
το μάθημα που
τους άξιζε, γιατί
με χλεύαζαν. Τους
απέδειξα την
δύναμή μου. Αιγέας:
Την δύναμή σου
θα την αποδείξεις
και σε εμένα! Είσαι
ο Θησέας για τα
κατορθώματα
του οποίου μιλάνε
όλοι; Θησέας:
Εγώ είμαι αυτός!
Αιγέας:
Θα το αποδείξεις
αυτό! Θα σου αναθέσω
έναν άθλο. Γνωρίζεις
τις ιστορίες
με τον Ηρακλή;
Θησέας:
Έτυχε να γνωρίσω
και τον ίδιο! Μάλιστα,
γνώρισα και τον
ανεψιό και σύντροφο
στα κατορθώματά
του, τον Ιόλαο.
Ο
Αιγέας γελάει
νομίζοντας πως
ο νεαρός τον κοροϊδεύει.
Αιγέας:
Για τον Ιόλαο
άκουσα πως, μετά
τον θάνατο του
Ηρακλή, σκότωσε
τον βασιλιά των
Μυκηνών, Ευρυσθέα,
που είχε καταταλαιπωρήσει
τον Ηρακλή με
τους 12 άθλους που
του ανέθεσε. Ο
Ιόλαος πέθανε
αργότερα στη
Σαρδηνία όπου
ήταν αρχηγός
μία αποικίας
των Ηρακλειδών,
δηλαδή των απογόνων
του Ηρακλή που
έγιναν ηγεμόνες
των Ελλήνων. Θησέας:
Εγώ γνώρισα τον
Ηρακλή και τον
Ιόλαο όταν ήμουν
τεσσάρων ετών.
Δεν ήξερα ότι
έχουν πεθάνει.
Αιγέας:
Τέλος Πάντων.
Θα έχεις ακούσει
για τον ταύρο
που τρομοκρατούσε
τους κατοίκους
της Κρήτης. Ο Ευρυσθέας
ανέθεσε στον
Ηρακλή να πιάσει
τον ταύρο και
να του τον φέρει
μπροστά του. Ο
Ηρακλής τα κατάφερε
και όταν έφερε
τον ταύρο στο
παλάτι του Ευρυσθέα,
αυτός τρόμαξε
τόσο που κρύφτηκε
μέσα σε ένα πιθάρι!
Ο Ηρακλής μετά
τον άθλο άφησε
τον ταύρο ελεύθερο.
Ο ταύρος πέρασε
στην Αττική και
τώρα τρομοκρατεί
τους κατοίκους.
Εσύ θα πιάσεις
τον ταύρο αυτόν:
τον Μαραθώνιο
Ταύρο! Αν είσαι
πράγματι ο Θησέας
που λένε, τότε
θα τα καταφέρεις!
Θησέας:
Σίγουρα θα τον
πιάσω και θα στον
παραδώσω! Αιγέας:
Αν τα καταφέρεις,
μην περιμένεις
να κρυφτώ και
εγώ μέσα σε κάποιο
πιθάρι, σαν τον
Ευρυσθέα! Θησέα,
θα ξεκινήσεις
αύριο το πρωί
και θα πας στον
Μαραθώνα. Εκεί
βρίσκεται ο ταύρος
τώρα. Θησέας:
Εντάξει. Θα τα
ξαναπούμε βασιλιά
μου! Τη
σκηνή παρακολουθεί
η Μήδεια η οποία,
όταν φεύγει ο
Θησέας, πλησιάζει
τον Αιγέα. Μήδεια:
Σας είδα από μακριά.
Ο Θησέας ήταν
αυτός; Αιγέας:
Ναι. Μήδεια:
Και τον άφησες
να ξεφύγει; Αιγέας:
Μην ανησυχείς!
Του ανέθεσα, ως
άθλο, να πιάσει
τον Μαραθώνιο
Ταύρο! Ο νεαρός
είναι αδύνατον
να καταφέρει
να δαμάσει και
να πιάσει τον
ταύρο. Μόνον ο
Ηρακλής θα μπορούσε
να τα καταφέρει
πάλι! Ο
Θησέας φθάνει
στον Μαραθώνα.
Εκεί ρωτάει κάποιους
χωρικούς που
του υποδεικνύουν
την περιοχή που
βρίσκεται ο ταύρος.
Ο Θησέας πλησιάζει
τον μαινόμενο
ταύρο. Ο ταύρος
ορμάει καταπάνω
του. Ο Θησέας ξεφεύγει
και τον αρπάζει
από τα κέρατα.
Ο ταύρος δεν μπορεί
να κινηθεί και
ωρύεται. Έπειτα
από λίγο ο ταύρος
ηρεμεί. Ο Θησέας
τον δένει με ένα
σκοινί που του
φέρνει κάποιος
βοσκός και τον
πηγαίνει στον
βασιλιά ο οποίος
τα χάνει όταν
τον βλέπει στην
αυλή του παλατιού.
Θησέας:
Βασιλιά, να ο ταύρος
που μου ζήτησες
να σου φέρω! Στον
προσφέρω να τον
θυσιάσεις στον
Απόλλωνα! Αιγέας:
Δεν το περίμενα
να τα καταφέρεις! Εκείνη
τη στιγμή η Μήδεια
πλησιάζει τους
δύο άνδρες. Μήδεια:
Είσαι ο Θησέας,
έτσι δεν είναι;
Είμαι η Μήδεια,
η σύζυγος του
βασιλιά. Έχω ακούσει
για εσένα… Βλέπω
κατάφερες να
πιάσεις τον Μαραθώνιο
Ταύρο. Μήδεια
(προς τον Αιγέα):
Αιγέα, μπορώ να
σου πω κάτι ιδιαιτέρως;
Αιγέας:
Ναι. Η
Μήδεια ψιθυρίζει
στο αυτί του Αιγέα.
Μήδεια:
Έχω μία καλή ιδέα!
Θα καλέσεις σε
γεύμα τον Θησέα
και εκεί θα τον
δηλητηριάσουμε!
Αιγέας:
Εντάξει! Αιγέας:
Θησέα, η γυναίκα
μου Μήδεια έχει
μία καλή ιδέα.
Με συμβούλεψε,
για να σου ανταποδώσω
το καλό που έκανες
στην πόλη με τον
άθλο σου, να μας
τιμήσεις στο
τραπέζι μας. Θησέας:
Με μεγάλη μου
ευχαρίστηση
βασιλιά! Άλλωστε
μου άνοιξε η όρεξη
με το να κουβαλάω
τον ταύρο! Αιγέας:
Οι υπηρέτες μου
θα σε οδηγήσουν
σε κάποιο δωμάτιο
για να πλυθείς,
να φορέσεις καλά
ρούχα και, όταν
είναι έτοιμο
το τραπέζι, θα
σε οδηγήσουν
στην τραπεζαρία
για να φας μαζί
μας. Έτσι
και έγινε. Ο Θησέας
πλύθηκε, ντύθηκε
και ένας υπηρέτης
τον οδήγησε στην
τραπεζαρία όπου
τον περίμενε
ο Αιγέας και η
Μήδεια. Η Μήδεια,
όμως, είχε ρίξει
δηλητήριο στο
κρασί του Θησέα.
Αιγέας
(υποδεχόμενος
τον Θησέα): Χαίρε
Θησέα! Κάθισε
στο τραπέζι μας.
Σήμερα το φαγητό
είναι ξιφίας
εν τρίμματι συκαμινίω,
δηλαδή ξιφίας
με σάλτσα από
μούρα, και το τιμώμενο
πρόσωπο είσαι
εσύ! Θησέας:
Μεγάλη μου τιμή!
Ο
Θησέα κάθεται
και αρχίζουν
να τρώγουν. Τη
στιγμή που ο Θησέας
φέρει το ποτήρι
με το δηλητηριασμένο
κρασί στα χείλη
του, ο Αιγέας παρατηρεί
πως το ξίφος του
Θησέα ήταν το
δικό του! Τότε
ο Αιγέας με μία
αστραπιαία κίνηση
πετά το ποτήρι
του Θησέα. Θησέας:
Τι συμβαίνει
βασιλιά; Αιγέας:
Πού το βρήκες
το σπαθί αυτό;
Θησέας:
Είναι του πατέρα
μου. Όταν ήμουν
μωρό το έκρυψε
κάτω από έναν
βράχο μαζί με
τα σανδάλια αυτά
που φοράω. Πριν
ο πατέρας μου
φύγει, άφησε εντολή
στη μητέρα μου
πως όταν ενηλικιωθώ
και καταφέρω
να κυλήσω τον
βράχο και να πάρω
το ξίφος και τα
σανδάλια, τότε
θα είμαι έτοιμος
να αναζητήσω
τον πατέρα μου
που βρίσκεται
εδώ στην Αθήνα.
Τελικά ενηλικιώθηκα,
κύλησα τον βράχο,
πήρα το ξίφος
και τα σανδάλια
του πατέρα μου
και ήλθα στην
Αθήνα. Όμως, ακόμα
δεν έχω βρει τον
πατέρα μου... Αιγέας:
Μήπως η μητέρα
σου λέγεται Αίθρα
και ο παππούς
σου είναι ο Πιτθέας,
ο βασιλιάς της
Τροιζήνας; Θησέας
(έκπληκτος): Ναι!
Μεγάλωσα στην
Τροιζήνα με τη
μητέρα μου Αίθρα
και τον παππού
μου Πιτθέα. Αιγέας:
Υιέ μου, είμαι
ο πατέρας σου!
Σε απέκτησα με
την Αίθρα, αλλά
λίγο μετά τη γέννησή
σου χωρίσαμε,
όταν γνώρισα
την Μήδεια. Αιγέας:
Εγώ άφησα το ξίφος
και τα σανδάλια
κάτω από τον βράχο
στην Τροιζήνα.
Είναι δικά μου!
Περίμενα τόσα
χρόνια τη στιγμή
που θα κατάφερνες
να κυλίσεις τον
βράχο, να πάρεις
το σπαθί και τα
σανδάλια μου
και να έλθεις
στην Αθήνα να
με βρεις! Θησέας:
Πατέρα! Πατέρας
και υιός αγκαλιάζονται.
Η Μήδεια τους
παρακολουθεί
έκπληκτη. Αιγέας
(προς την Μήδεια):
Μήδεια, ύαινα!
Ήθελες να δηλητηριάσουμε
τον Θησέα για
να μην μου πάρει
τον θρόνο. Να δηλητηριάσω
τον ίδιο μου τον
υιό! Η
Μήδεια σηκώνεται
εκνευρισμένη
και φεύγει χωρίς
να μιλήσει. Αιγέας:
Φρουροί! Ελάτε
εδώ! Το
δωμάτιο γεμίζει
φρουρούς. Φρουρός:
Τι συμβαίνει
βασιλιά! Σε απείλησε
αυτός ο νέος; Να
τον συλλάβουμε;
Αιγέας:
Να συλλάβετε
τον υιό μου; Όλοι
οι φρουροί παγώνουν
με την φράση που
ξεστόμισε ο βασιλιάς.
Αιγέας:
Να ηχήσουν αμέσως
οι σάλπιγγες
και να μαζευτεί
ο λαός της Αθήνας
για να του παρουσιάσω
τον υιό μου και
διάδοχο του θρόνου!
Έτσι
και έγινε. Από
τον βράχο της
Ακρόπολης οι
σαλπιγκτές ξεσήκωσαν
τον λαό της Αθήνας
που μαζεύτηκε
στην Ακρόπολη,
στο παλάτι. Εκεί
ο Αιγέας παρουσίασε
στους Αθηναίους
τον υιό του. Αιγέας:
Λαέ της Αθήνας!
Έπειτα από 16 χρόνια
συναντώ τον υιό
μου! Σας παρουσιάζω
τον Θησέα. Ήδη
τα κατορθώματά
του με τους ληστές,
τον κάπρο και
τον Μαραθώνιο
Ταύρο σας είναι
γνωστά. Είμαι
υπερήφανος που
ο υιός μου είναι
ένας ήρωας για
τον οποίον όλοι
μιλάνε. Ο υιός
μου θα είναι και
ο διάδοχος του
θρόνου! Όταν
το ακούει αυτό
η Μήδεια, παίρνει
τον Μήδο και φεύγουν
μακριά με το ιπτάμενο
όχημά της. Η
Μήδεια και ο Μήδος
αναχωρούν με
το ιπτάμενο όχημά
της και φθάνουν
στο βορειοδυτικό
Ιράν. Η χώρα από
τον Μήδο, τον υιό
της Μήδειας και
γενάρχη των Μήδων,
ονομάστηκε Μηδία.
Η Μήδεια έζησε
στην Μηδία και
στο τέλος η ψυχή
της πήγε στα Ηλύσια
Πεδία, έναν τόπο
όπου πήγαιναν
οι ψυχές των ενάρετων
ανθρώπων, ηρώων
και ημίθεων. Ο
τόπος αυτός βρισκόταν
στον Ατλαντικό
και είχε αιώνια
άνοιξη, λίμνες,
λουλούδια και
δένδρα. Ο ουρανός
φωτιζόταν από
λαμπερά αστέρια
και έλαμπε και
ένας φωτεινός
ήλιος. Οι ψυχές
ζούσαν μακάρια
εκεί. Αντιθέτως,
οι ψυχές των αμαρτωλών
ρίχνονταν στα
Τάρταρα που ήταν
σκοτεινή άβυσσος,
βαθύτερη από
τον Άδη. Εκεί τους
περίμενε η αιώνια
τιμωρία. Στην
Αθήνα, ο Θησέας
και ο Αιγέας είναι
στην Ακρόπολη
και συνομιλούν.
Θησέας:
Πατέρα, μίλησέ
μου για τους προγόνους
μου. Αιγέας:
Εγώ είμαι υιός
του Πανδίονα.
Ο Πανδίων ήταν
υιός του Εριχθονίου
ο οποίος ήταν
βασιλιάς της
Αθήνας. Ο Εριχθόνιος
είχε και έναν
άλλο υιό: τον Ερεχθέα.
Ο Ερεχθέας διαδέχθηκε
στον θρόνο τον
Ερυσίχθονα, τον
υιό του Κέκροπα.
Ο Κέκροπας ήταν
ο ιδρυτής, ο πρώτος
βασιλιάς και
ο πρώτος νομοθέτης
της Αθήνας η οποία
αρχικά ονομαζόταν
από αυτόν Κεκροπία,
πριν πάρει το
όνομά της από
την Αθηνά. Ο θείος
μου Ερεχθέας,
ως βασιλιάς, προσέφερε
πολλά στην Αθήνα.
Ίδρυσε την εορτή
των Παναθηναίων,
καθιέρωσε τα
Ελευσίνια Μυστήρια,
πρώτος καθιέρωσε
τη χρησιμοποίηση
νομισμάτων και
επίσης επινόησε
το τέθριππον,
άρμα που το σέρνουν
4 άλογα. Οι Αθηναίοι
τίμησαν τον Κέκροπα
και τον Ερεχθέα
φτιάχνοντας
δύο ναούς, τον
έναν δίπλα από
τον άλλον: το Κεκρόπειο
και το Ερέχθειο.
Να τα Θησέα! Ο
Αιγέας δείχνει
τους δύο ναούς
στην Ακρόπολη.
Θησέας:
Πατέρα, μίλησέ
μου για την Μήδεια,
τη σύζυγό σου.
Αιγέας:
Η Μήδεια ήθελε
να σε σκοτώσει
για να μην χάσει
τον θρόνο ο υιός
της. Τελικά, δεν
τα κατάφερε. Έμαθα
σήμερα πως έφυγε
για πάντα από
την Αθήνα και
έτσι δεν θα την
ξαναδούμε. Θα
σου πω, όμως, την
ιστορία της. Η
Μήδεια είναι
κόρη του βασιλιά
της Κολχίδος,
Αιήτη, και της
Ειδυίας. Η Κολχίδα
είναι περιοχή
ανατολικά της
Μαύρης Θάλασσας
και νότια του
Καυκάσου. Ο Ιάσων,
με τους Αργοναύτες,
ξεκίνησε από
την Ιωλκό της
Θεσσαλίας για
να πάρει από την
Κολχίδα το χρυσόμαλλο
δέρας, και τα κατάφερε.
Όμως, ερωτεύτηκε
την Μήδεια που
παράτησε τον
πατέρα της και
έφυγε με τους
Αργοναύτες. Καθώς
έφευγαν, η Μήδεια
σκότωσε και κομμάτιασε
τον αδελφό της
Άψυρτο και πέταγε
από το πλοίο των
Αργοναυτών τα
μέλη του στην
θάλασσα, για να
καθυστερήσει
τον πατέρα της
που τους κυνηγούσε
με το πλοίο του.
Στην Κρήτη η Μήδεια
με τέχνασμα εξουδετέρωσε
το χάλκινο ανθρωποειδές
μηχάνημα με το
όνομα Τάλως. Ο
Τάλως ήταν ένα
τεράστιο χάλκινο
ανθρωποειδές
κατασκεύασμα.
Ο βασιλιάς της
Κρήτης, Μίνωας,
είχε αναθέσει
στον Τάλω την
περιφρούρηση
του νησιού. Ο Τάλως
γυρνούσε, ως περιπολία,
3 φορές την ημέρα
την Κρήτη. Έριχνε
τεράστιους βράχους
στα εχθρικά πλοία
και σκότωνε με
ηλεκτρική εκκένωση
τους εχθρούς
του, αρπάζοντάς
τους στην πυρακτωμένη
του αγκαλιά. Ήταν
άτρωτος. Είχε
ένα σωληνάκι
που εκτεινόταν
από το λαιμό ως
τον αστράγαλό
του. Στο σωληνάκι
αυτό κυκλοφορούσε
το υγρό ``ιχώρ΄΄
που ήταν το αίμα
που έρρεε και
στις φλέβες των
θεών. Στον αστράγαλο
του Τάλου υπήρχε
μία βαλβίδα. Ο
Τάλως εξουδετερώθηκε
όταν η Μήδεια
τρύπησε το σωληνάκι
στον αστράγαλο
του Τάλου και
χύθηκε το ιχώρ
που του έδιδε
ενέργεια. Η Μήδεια
και ο Ιάσων τελικά
επέστρεψαν στην
Ιωλκό και από
εκεί κατέληξαν
τελικά στην Κόρινθο,
στην αυλή του
βασιλιά Κρέοντα.
Όμως, ο Ιάσων ερωτεύτηκε
την κόρη του βασιλιά,
Γλαύκη. Όταν η
Μήδεια έμαθε
για τη σχέση τους,
σκότωσε την Γλαύκη
και τον Κρέοντα
με ένα πέπλο που
έδωσε ως δώρο
στη Γλαύκη και
το οποίο πυρακτώθηκε
όταν αυτή το φόρεσε.
Η Μήδεια για εκδίκηση
σκότωσε και τα
δύο παιδιά που
είχαν αποκτήσει
με τον Ιάσονα:
τον Φέρη και τον
Μέρμερο. Τελικά,
η Μήδεια με ιπτάμενο
όχημα έφθασε
στην Αθήνα. Εδώ
γνωριστήκαμε,
παντρευτήκαμε
και αποκτήσαμε
και έναν υιό, τον
Μήδο, που είναι
ετεροθαλής αδελφός
σου! Όμως, η Μήδεια
τελικά αποδείχτηκε
ύαινα, φίδι! Το
μόνο που την ενδιέφερε
ήταν ο θρόνος
για τον υιό της.
Ευτυχώς, απαλλαχθήκαμε
από την παρουσία
τους. Άλλωστε,
είχαν καταλάβει
πως ήταν ανεπιθύμητοι
μετά τα τελευταία
γεγονότα.
| |||