| Ένα
σημαντικό μέρος από τον συνολικό τόνο του συμπαθητικού νευρικού συστήματος,
κατά τον Guyton (1992) προέρχεται από την επιπρόσθετη βασική έκκριση
της επινεφρίνης (αδρεναλίνης) και της νορεπινεφρίνης (νοραδρεναλίνης),
πέρα από την άμεση διέγερση του συμπαθητικού συστήματος. Αιτία της
διέγερσης του συμπαθητικού συστήματος είναι η σωματική ή η πνευματική
διέγερση. Σε καταστάσεις άγχους (stress) έχουμε μαζική κινητοποίηση
του συμπαθητικού συστήματος το οποίο, μέσω της ενεργοποίησής του,
παρέχει επιπρόσθετη δραστηριοποίηση στο σώμα (Guyton, 1992).
Στην
κατάσταση άγχους, η συμπαθητική διέγερση προκαλεί έκκριση αδρεναλίνης
και νοραδρεναλίνης από το μυελό των επινεφριδίων, που μπαίνουν στο
αίμα και ενισχύουν τη δράση του συμπαθητικού συστήματος (Duus, 1992).
Έτσι, οι καταστάσεις που θέλουν προσαρμογή της ανθρώπινης συμπεριφοράς
προάγουν την ενεργοποίηση του ακούσιου μηχανισμού "πολέμα ή φύγε"
μέσω της αυξημένης δράσης του συμπαθητικού συστήματος (Benson, 1982).
Το
αυτόνομο νευρικό σύστημα ρυθμίζεται από τον υποθάλαμο. Συγκεκριμένα
το πρόσθιο τμήμα του υποθαλάμου προκαλεί αύξηση της δράσης του παρασυμπαθητικού,
ενώ ο ερεθισμός του οπίσθιου τμήματος του προκαλεί αύξηση της δράσης
του συμπαθητικού (Duus, 1992).Ο υποθάλαμος ασκεί ρυθμιστική και κυβερνητική
λειτουργία στο αυτόνομο σύστημα με τρεις κατιούσες οδούς: την έσω
δεσμίδας του προσθίου εγκεφάλου, τη μαστιοκαλυπτρική δεσμίδα και τη
ραχιαία επιμήκη δεσμίδα του Schutz και τρία αυτά συστήματα συνδέουν
τον υποθάλαμο με το κατιόν δικτυωτό σύστημα του μεσεγκεφάλου (Duus,
1992). Μέσα από το δικτυωτό σχηματισμό οι ώσεις κατευθύνονται στο
νωτιαίο μυελό (Guyton, 1992) και στα διάφορα συστήματα του αυτόνομου
συστήματος (Duus, 1992).
Κεφάλαιο
(1.4.). Η συμπτωματολογία των ψυχοσωματικών παθήσεων
Οι
ψυχοσωματικές παθήσεις εμφανίζονται με τη μορφή δυσλειτουργιών σε
κάποιο η κάποια από τα συστήματα του οργανισμού, δημιουργώντας οργανικά
συμπτώματα. Αρχίζοντας από το καρδιαγγειακό σύστημα τα συμπτώματα
είναι λαχάνιασμα, κόπωση, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, τρόμος, λιποθυμία,
ίλιγγος, κεφαλαλγία. Συνυπάρχουν, επίσης συμπτώματα άγχους που εκδηλώνονται
με εφιάλτες, φοβίες, ιδρώτας, τρόμος, κατάθλιψη και ανησυχία (Kolb,
1977). Παράλληλα έχει αναφερθεί πως ψυχοσωματικοί μηχανισμοί συνδέονται
με στηθάγχη στην οποία δεν βρέθηκε οργανική αιτία (Roll et al, 1988),
αλλά σε έρευνες διαπιστώθηκε ψυχοσωματική αστάθεια σε ασθενείς με
στηθάγχη (Bashour et ai, 1983).
Επιπρόσθετα
στο καρδιαγγειακό σύστημα, ασθενείς με καρδιοπάθειες (όπως η στεφανιαία
νόσος και το έμφραγμα του μυοκαρδίου) καθώς και ασθενείς που έχουν
κάνει χειρουργείο για συγγενή ή βαλβιδικά προβλήματα ή αορτοστεφανιαία
παράκαμψη παρουσιάζουν ψυχολογικές διαταραχές όπως, έντονο άγχος (Kolb,
1977). Σε ότι αφορά την υπέρταση σχετίζεται αμφίδρομα με το άγχος,
αφού τα άτομα με άγχος έχουν υψηλότερη αρτηριακή πίεση και από την
άλλη μεριά οι υπερτασικοί ασθενείς είναι συχνά νευρωτικοί, έχουν ιδιοψυχαναγκαστική
διαταραχή, είναι επιθετικοί και εξαρτώμενοι (Kolb, 1977).
Σε
ότι αφορά το πεπτικό σύστημα αρχίζοντας από το στόμα έχουμε την ελκωτική
στοματίτιδα ή "άφθες" ως τη συχνότερη ασθένεια που επηρεάζει το βλεννογόνο
του στόματος και χαρακτηρίζεται από πολλαπλά έλκη (Andrews και Hall,
1990). Η κατάσταση αυτή συνδέεται με συναισθηματικούς παράγοντες.
Επίσης, ψυχοσωματικές διαταραχές που αναφέρονται στο στόμα είναι η
ξηροστομία, η γλωσσοδυνία (καυστικός πόνος στη γλώσσα), ο τριγμός
των οδόντων και η αδυναμία μάσησης της τροφής (Kolb, 1977).Το πεπτικό
έλκος είναι και αυτό μια ασθένεια που συνδέεται με το άγχος όπως είναι
σε διάφορες απειλητικές καταστάσεις για τη ζωή (Kolb, 1977). Πάντως
σε έρευνα του Johnsen et al (1994) δεν βρέθηκε σχέση μεταξύ των ψυχοσωματικών
διαταραχών και του γαστρικού και δωδεκαδακτυλικού έλκους.
Το
σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου (σπαστική κολίτις) περιλαμβάνει συμπτώματα
που συνδέονται με το άγχος όπως είναι η δυσκοιλιότητα, η κένωση κοπράνων
με βλέννη ή μαλακών- υγρών κοπράνων, αέρια στο στομάχι και πόνο μετά
το φαγητό (Kolb, 1977). Άλλα συμπτώματα είναι η ναυτία, ο μετεωρισμός
και οι αλλαγές στις συνήθειες του εντέρου (Shaw et al, 1991). Επίσης,
η ελκωτική κολίτιδα συνδέεται με καταστάσεις άγχους (Kolb, 1977),
όπως και η ειλεϊτης, το σύνδρομο δυσαπoρρόφησης και η τοπική εντερίτιδα
(Fann και Wheless, 1982).
Η
παχυσαρκία αναφέρεται ως η αυξημένη τάση για βρώση και θεωρείται ως
ψυχοσωματική πάθηση (Kolb 1977, Reiser και Murqhy, 1984). Ομοίως,
ψυχοσωματική πάθηση είναι η νευρική ανορεξία στην οποία το άτομο έχει
εμμονή να είναι λεπτό και μερικές φορές κάνει έμετο για να αποβάλει
αυτά που έφαγε. (Kolb, 1977). Η νευρική ανορεξία αφορά συχνότερα νέες
κοπέλες και γενικά έχει θνησιμότητα 5 έως 15% (Kold, 1977).
Στο
μυοσκελετικό σύστημα ψυχοσωματικές διαταραχές θεωρούνται η ρευματοειδής
αρθρίτιδα (οι εξάρσεις και η έναρξη της οποίας σχετίζονται με καταστάσεις
άγχους) καθώς και η οσφυαλγία (Kold, 1977). Στο αναπνευστικό σύστημα
το άγχος ή ο θυμός μπορεί να οδηγήσουν στο σύνδρομο υπεραερισμού κατά
το οποίο το άτομο έχει ταχυκαρδία ή στηθάγχη, πίεση στο θώρακα, μυρμηγκιάσματα
στα δάκτυλα, τετανικούς σπασμούς, ωχρότητα, χαμηλό- άρρυθμο σφυγμό,
λιποθυμία, ζάλη και ιδρώτα (Kolb, 1977). Επίσης, μια άλλη πάθηση που
σχετίζεται με ψυχοσωματικές διαταραχές είναι το άσθμα οι προσβολές
του οποίου σχετίζονται με διάφορες συναισθηματικές καταστάσεις (Kolb,
1977).
Στο
ενδοκρινολογικό σύστημα συναισθηματικές καταστάσεις επηρεάζουν τον
μεταβολισμό της γλυκόζης στους διαβητικούς και επίσης παίζουν -ίσως
-ρόλο στην αιτιοπαθογένεια και την πορεία του υπερθυρεοειδισμού (Kolb,
1977). Στο δέρμα, κατά τον Kolb (1977), καταστάσεις άγχους συνδέονται
με την εμφάνιση της νευροδερματίτιδας, της ατοπικής δερματίτιδας στα
παιδιά και του περιγεννητικού κνησμού. Στο ουρογεννετικό σύστημα έχουμε
το ουρηθραίο σύνδρομο ή σύνδρομο της ευερέθιστης κύστης, συχνότερα
στις γυναίκες, με συμπτώματα όπως πόνος και διαταραχές στην ούρηση
(Chertoketal, 1977).
Το
σύνδρομο αυτό συνδέεται με ψυχοσωματικές διαταραχές, όπως συμβαίνει
και με την μη ειδική ουρηθρίτιδα, την χρόνια προστατίτιδα και την
διάμεση κυστίτιδα (Kolb, 1977). Στους άνδρες συχνά ψυχοσωματικά συμπτώματα
είναι η ανικανότητα και η πρόωρη εκσπερμάτιση ενώ στις γυναίκες είναι
οι διαταραχές του έμμηνου κύκλου (Kolb, 1977). Στις διαταραχές αυτές
περιλαμβάνεται το προεμμηνορρησιακό σύνδρομο με συμπτώματα όπως κατάθλιψη,
δυσφορία, υστερία, εχθρότητα, άγχος και σύγχυση (Goodale et al, 1990).
Επίσης αναφέρονται η εμμηνόπαυση (με συμπτώματα όπως εξάψεις και κακοδιαθεσία),
η «ψυχρότης», η στειρώτης και η δυσπαρεύνια (Kolb, 1977), ως καταστάσεις
συνδεδεμένες με ψυχοσωματικούς μηχανισμούς (Kolb, 1977).
Στο
Νευρικό σύστημα η κεφαλαλγία και η ημικρανία (Cohenetal, 1978) συνδέονται
με το άγχος. Σε άτομα με ακρωτηριασμό κάποιου μέλους υπάρχει το «φαινόμενο
φάντασμα», στο 98% των ατόμων αυτών, που χαρακτηρίζεται από την αίσθηση
ύπαρξης του απόντος μέλους (Kolb, 1977). Στους αθλητές εμφανίζεται
συχνά η «νεύρωση των αθλητών» που σχετίζεται με τον υποκειμενικό φόβο
της απώλειας των φυσικών ικανοτήτων του αθλητή (Kolb, 1977). Επίσης,
στο νευρικό σύστημα αναφέρεται και η νευρασθένεια με διάφορα σωματικά
συμπτώματα ως συνέπεια κάποιας αγχώδους συναισθηματικής κατάστασης
(Kolb, 1977).
Άλλες
ψυχοσωματικές διαταραχές είναι η παράδοξη δυσλειτουργία των φωνητικών
χορδών (Freedman et al, 1991), τα ψυχολογικά προβλήματα του καρκίνου
όπως φόβος και απομόνωση (McΙllmurray και Holdcroft, 1993) και η αυξημένη
συστολική αρτηριακή πίεση (Kristal- Boneh et al, 1998). Επί πρόσθετα,
οι κρίσεις πανικού είναι ψυχοσωματική πάθηση που χαρακτηρίζεται από
την παρεξήγηση σωματικών καταστάσεων ως ένδειξη επικείμενου προβλήματος,
όπως είναι το έμφραγμα (Clark et al, 1994).
Κεφάλαιο
(1.5) Η νευροφυσιολογία των ψυχοσωματικών παθήσεων
Σύμφωνα
με τον Kolb (1977) όταν το άγχος είναι υπερβολικό, μακροπρόθεσμα οδηγεί
σε δομικές αλλαγές και δυσλειτουργίες το όργανο ή το σπλάχνο στο οποίο
εκφράζεται. Η οργανική αυτή δυσλειτουργία είναι δευτεροπαθής στη σπλαχνική
δυσλειτουργία, την δυσλειτουργία των λειών μυϊκών ινών και την υπερέκκριση
ή την υποέκκριση των αδένων, καθώς όλα τα παραπάνω υπόκεινται στην
ρυθμιστική δράση του αυτόνομου νευρικού συστήματος (Kolb, 1977).
Οι
Kaplan και Sadock (1985) αναφέρουν πως ασυνείδητες επιδράσεις πιθανώς
συνδέονται με ποσοτικές ή ποιοτικές αλλαγές στις ορμονικές εκκρίσεις
και επιφέρουν περίπλοκες αλλαγές στο αυτόνομο νευρικό σύστημα. Ο Mckegney
(1985) τονίζει πως η έντονη δράση του συμπαθητικού συστήματος παράγει
συμπτώματα σωματικά και πως το χρόνιο άγχος ενεργοποιεί το υποθαλαμικό-
υποφυσιακό- αδρεναλινοκρικο- στεροειδές σύστημα. Η ενεργοποίηση αυτή
παράγει το πρότυπο του συναγερμού, της αντίστασης και της εξουθένωσης
της άμυνας (Mckegney, 1985).
Στο
stress έχουμε αυξημένη παραγωγή κορτιζόλης που αναστέλει το ανοσοποιητικό
σύστημα, καθώς επίσης και αυξημένη δράση του συμπαθητικού συστήματος
που ετοιμάζει τον οργανισμό για "πόλεμο ή φυγή", ενώ η κορτιζόλη βοηθάει
τον οργανισμό να αντιμετωπίσει μια μακροπρόθεσμη κατάσταση (Meares,
1981). Το stress της σύγχρονης ζωής παράγει το μηχανισμό "πολέμα ή
φύγε" σε υπερβολικό βαθμό (Benson, 1982). Κατά τον Lipowski (1985)
υπάρχουν νευροενδοκρινολογικές διαδικασίες που επιδρούν μεταξύ της
συμβολικής λειτουργίας και της λειτουργίας των οργάνων και των ιστών.
Κεφάλαιο
(1.6) Η ψυχονευρολογία των ψυχοσωματικών παθήσεων
Ο
άνθρωπος είναι ένας οργανισμός του οποίου η υγεία προσδιορίζεται από
ψυχολογικούς, βιολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες (Lipowski, 1985)
και κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να προσδιοριστούν οι ψυχοσωματικές
παθήσεις. Ένας από τους παράγοντες που συνδέονται με τις ψυχοσωματικές
διαταραχές είναι ο φόβος απώλειας σχέσεων εξάρτησης σύμφωνα με τον
Mackinnon και Michels (1971). Η χρόνια δυσαρέσκεια για ανεκπλήρωτες
εξαρτημένες ανάγκες, συνεχίζουν, δεν εκφράζεται ανοιχτά, χωρίς το
ρίσκο απώλειας μιας εξαρτημένης φροντίδας και έτσι αναστέλλουν το
θυμό και τη μνησικακία τους. Τα συναισθήματα αυτά τελικά εκφορτώνονται
ψυχολογικά.
Μία
ασυνείδητη (συνήθως) αντίδραση είναι η έκθεση της "ασθένειας" ως τιμωρία
ως προς τους άλλους για κάποιες παρελθούσες κακές πράξεις. Το άτομο,
αναφέρουν ο Mackinnon και ο Michels (1971), μπορεί να επιτύχει μια
δευτερεύουσα σημαντική ωφέλεια από την "ασθένειά" του όπως είναι η
λήψη επιπρόσθετης εξαρτημένης φροντίδας ή η τιμωρία των συγγενών του
μέσω της επιβολής της ασθένειάς του σε αυτούς.
Κατά
τον Lader (1985) κάτω από συνθήκες εξέγερσης και αφύπνισης το άτομο
δυσκολεύεται να προσαρμοστεί σε ένα συνεχές ή επαναλαμβανόμενο ερέθισμα.
Όταν η κατάσταση διαιωνίζεται, συνεχίζει ο Lader (1985), η προσαρμογή
γίνεται πρόχειρη και ανεμπόδιστη και οι αναφορές που επηρεάζουν το
άτομο είναι αφύσικες στην ένταση και διάρκεια. Τότε η λειτουργίες
του σώματος χειροτερεύουν, δημιουργούνται ανατομικές αλλαγές και εμφανίζεται
η ψυχοσωματική νόσος (Lader, 1985).
Ο
Kaplan και ο Sordock (1985) τονίζουν πως το άγχος συνδέεται με βαθιές
διαταραχές στην προσωπικότητα, που σχετίζονται με προβλήματα στις
σχέσεις βρέφους-μητέρας κατά την νηπιακή ηλικία του ατόμου. Ο Lipowski
(1985) θεωρεί ότι συγκεκριμένες ψυχολογικές καταστάσεις, διαδικασίες
ή γεγονότα έχουν επιδράσεις στη λειτουργία των οργάνων και των ιστών
με συνέπεια την εμφάνιση δυσλειτουργιών. Είναι γεγονός πως οι ψυχοφυσιολογικές
επιδράσεις αρχίζουν από την εμβρυϊκή ζωή και οι αιτιολογικοί τους
παράγοντες σχετίζονται με το προσωπικό προφίλ, τις εσωτερικές ψυχικές
συγκρούσεις και τις επιδράσεις του περιβάλλοντος, μέσω της συμβολικής
λειτουργίας (Lipowski, 1985).
Σημαντική
είναι και η επίδραση τραυματικών εμπειριών, όπως είναι η συμμετοχή
σε ατυχήματα, φυσικές καταστροφές και τρομοκρατικές ενέργειες, στην
πρόκληση των ψυχοσωματικών διαταραχών (Kolb, 1993). Πάντως το άτομο
δεν χρειάζεται να είναι αυτόπτης μάρτυρας ή θύμα σε αυτές τις καταστάσεις.
Ο Ursano (1997)αναφέρει πως οι τραυματισμοί και οι καταστροφές είναι
μέρος της καθημερινής μας ζωής, η αναφορά των οποίων γίνεται μέσω
των μαζικών μέσων επικοινωνίας και μας γεμίζει με αγωνία και άγχος.
Οι τραυματικές εμπειρίες παίζουν σημαντικό ρόλο στις ψυχοσωματικές
παθήσεις. Ένα παράδειγμα είναι η παράδοξη δυσλειτουργία των φωνητικών
χορδών. Σε μια έρευνα σε 47 γυναίκες στο Ισραήλ με την κατάσταση αυτή
το 36% των ασθενών είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά και το 13% πιθανώς
να είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά (Freedman et al, 1991).
Σωματικά
συμπτώματα όπως η στηθάγχη συνδέονται με ψυχοσωματικούς μηχανισμούς.
Συγκεκριμένα σε άτομα με μη οργανική στηθάγχη διαπιστώθηκαν σε υψηλό
ποσοστό χαρακτηριστικά όπως η τύπου "Α" προσωπικότητα, στρεσσογόνα
γεγονότα ζωής και νεύρωση (Roll et al, 1988). Οι στρεσσογόνες καταστάσεις
σχετίζονταν με κάποιο συναισθηματικό τραύμα και καταστάσεις όπως η
απειλή διαζυγίου από τον ή την σύντροφο, σεξουαλική ανικανότητα του
ή της συζύγου κτλ. (Bashour et al, 1983).
Οι
αντιδράσεις άγχους κατά τον Kolb (1977) συνδέονται με παθολογική ταυτοποίηση
με ένα αγαπημένο άτομο ή συγγενή που υπέφερε, υιοθετώντας παρόμοια
συμπτώματα. Οι διαταραχές αυτές, συνεχίζει ο Kolb (1977) ανάγονται
σε εμπειρίες της παιδικής ηλικίας (όπως οι επιπλήξεις των γονέων)
και σε απόκρυφες και απωθημένες ενέργειες και σκέψεις που αναφέρονται
στην απαγορευμένη πλευρά της σεξουαλικότητας και που θεωρούνται ως
επικριτέες. Ψυχαναλητικές μελέτες έδειξαν πως άτομα με πεπτικά προβλήματα
είχαν από την νηπιακή τους ζωή την επιθυμία να δεχθούν φροντίδα και
αγάπη, γεγονός που ερχόταν σε σύγκρουση με την τάση κάθε ενήλικα για
ανεξαρτησία (Kolb, 1977). Επίσης, σημαντική κατά τον Kolb (1977) είναι
και η σχέση μητέρας- βρέφους κατά την νηπιακή ζωή του ατόμου, για
την ανάπτυξη των ψυχοσωματικών διαταραχών.
Σε
ότι αφορά το άγχος, ως ψυχοσωματική διαταραχή μελέτες σε μεγάλες ομάδες
ιατρικών και χειρουργικών εσωτερικών ασθενών αναφέρουν πως το άγχος
αφορά το 20 με 25% των ομάδων αυτών (Kolb, 1977). H νοσηλεία και η
ασθένεια είναι καταστάσεις που δημιουργούν άγχος στον ασθενή επηρεάζοντας
την ανάρρωσή του (Gagne και Joye, 1994). Επιπρόσθετα, σημαντικά είναι
τα ποσοστά του άγχους στους ηλικιωμένους. Έρευνα του Good et al (1987)
σε200 ηλικιωμένους (100 άνδρες και 100 γυναίακες) άνω των 60 ετών
έδειξε ότι το 69% των ηλικιωμένων είχαν άγχος. Από το 69% των ατόμων
με άγχος το 21,4% ήταν άνδρες και το 12,6% γυναίκες.
Αυξημένα
επίπεδα άγχους υπάρχουν σε περιόδους εξετάσεων όπως έδειξε μια έρευνα
της Whitehouse et al (1996) σε 21 πρωτοετείς της ιατρικής. Επίσης,
άγχος παρουσιάζουν άτομα που κόβουν το κάπνισμα. Μελέτη της Wynd (1992)
έδειξε πως το άγχος είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην υποτροπή
των καπνιστών που διακόπτουν το κάπνισμα, ενώ βρέθηκε πως άτομα με
μειωμένο stress είχαν καλύτερη αποχή από το κάπνισμα (Wynt, 1992).
Επίσης
έντονο άγχος έχουν τα άτομα- μέλη σωστικών συνεργείων. Ο Wagner et
al (1998) αναφέρει μια έρευνα του πανεπιστημίου του Τrier της Γερμανίας
σε 402 επαγγελματίες πυροσβέστες στους οποίους αξιολογήθηκε το μετατραυματικό
stress. Η έρευνα έδειξε πως το εύρος του μετατραυματικού άγχους ήταν
18,2%. Βρέθηκαν, επίσης, και άλλα ψυχοσωματικά προβλήματα. Το μετατραυματικό
άγχος οφείλεται σε τραυματικά γεγονότα στα οποία εκτίθενται τα άτομα
αυτά, όπως διάφορες καταστάσεις που απειλούν τη ζωή τους, η θλίψη
και η έκθεση σε ακρωτηριασμένα πτώματα κτλ. (Wayner et al, 1998).
Παρόμοια
μελέτη έγινε από τον Delahanty et al, (1997) σε 200 άτομα σωστικών
συνεργείων από τους οποίους τα 159 συμμετείχαν στο σωστικό έργο στην
αεροπορική τραγωδία του Πίτσμπουργκ (1994) και τα υπόλοιπα ήταν μέλη
άλλων σωστικών συνεργείων (εθελοντές ή μη). Η μελέτη έδειξε πως τα
άτομα που είχαν εκτεθεί σε ανθρώπινα μέλη και "υπολείμματα", ενώ δεν
το περίμεναν, εμφάνισαν περισσότερα συμπτώματα άγχους από τα μέλη
των σωστικών συνεργείων που είδαν ανθρώπινα "υπολείμματα" και ήταν
προετοιμασμένα για το θέαμα, καθώς και από τα άτομα που δεν είδαν
ανθρώπινα "υπολείμματα". Επίσης, υψηλά ποσοστά άγχους είχαν μέλη σωστικών
συνεργείων που είδαν στην αεροπορική τραγωδία αίματα, αλλά όχι ανθρώπινα
"υπολείμματα". Στην ομάδα αυτή μόνο 21 από τα 61 άτομα είχαν εκτεθεί
σε ανθρώπινα μέλη στο παρελθόν (Delahanty et al, 1997).
Το
άγχος εκτιμάται με ειδικές κλίμακες, μια από τις οποίες είναι η καταγραφή
της "Καταστατικής" και της "χαρακτηριστικής" κατάστασης άγχους, με
την συμπλήρωση ενός ερωτηματολογίου 20 ενοτήτων, με 4 βαθμούς για
κάθε απάντηση (Gagne και Tοye, 1994). Τα αποτελέσματα του άγχους είναι
ποικίλα στον ανθρώπινο οργανισμό. Η Whitehouse et al (1996) αναφέρει
πως το αυξημένο άγχος έχει επίπτωση στο ανοσοποιητικό σύστημα προκαλώντας
αύξηση των επιπέδων των Β-λεμφοκυττάρων και των λεμφοκυττάρων και
αύξηση της κυττοτοξικότητας των Τ-κυττάρων φυσικών φονέων. Χρόνιο
άγχος, όμως, έχει ως αποτέλεσμα την καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος
και την μείωση της δράσης των Τ-λεμφοκυττάρων και της ικανότητάς τους
για εξουδετέρωση των καρκινικών κυττάρων (Mckegney, 1985). Πάντως,
η αυξημένη δράση των ΝΚ "φυσικών φονέων" Τ-λεμφοκυττάρων είναι ασυνήθης
σε χρόνιο άγχος (Delahanty et al, 1977).
Αυξημένα
επίπεδα άγχους συνδέονται μειωμένη ικανότητα αντίληψης κρίσης και
μνήμης (Grainger, 1990). Το χρόνιο άγχος ευθύνεται για καταστάσεις
όπως νεφρική υπέρταση, νεφρική βλάβη, στεφανιαία νόσο, έλκος του δωδεκαδακτύλου,
καρκίνο και αθηροσκλήρωση των εγκεφαλικών αγγείων (Mckegney, 1985).
Επίσης, το άγχος βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα οδηγεί σε ψυχοσωματικές
παθήσεις όπως η ελκωτική κολίτις, το σύνδρομο δυσαπορρόφησης και το
σύνδρομο του ευερέσθητου εντέρου (Fann και Wheless, 1982).
Πέρα
από το άγχος, μια κοινή ψυχοσωματική διαταραχή είναι και η κατάθλιψη.
Έτσι, μελέτες σε εσωτερικούς ιατρικούς ή χειρουργικούς ασθενείς έδειξαν
πως το 20 με 64% των ατόμων αυτών είχαν κατάθλιψη (Kolb, 1977). Επίσης,
έρευνα του Good et all (1987) σε 200 ηλικιωμένους (100 άνδρες και
100 γυναίκες) έδειξε πως το 13% των ηλικιωμένων είχαν κατάθλιψη και
από το ποσοστό αυτό 61,8% ήταν γυναίκες και το 16,5% άνδρες επιπρόσθετα,
σε μια έρευνα στη Γερμανία σε 402 πυροσβέστες βρέθηκε πως το 18,2%
των ατόμων αυτών είχαν stress και από το ποσοστό αυτό το 39,7% παρουσίαζε
κατάθλιψη (Wagner et al, 1998).
Κατά
τον Blinder (1969) τα είδη της κατάθλιψης είναι: κλασσική, ψυχωτική,
μανιοκαταθλιπτική αντίδραση, ψυχονευρωτική, παλίνδρομη μελαγχολία,
αντιδραστική και ενδογενής. Τα συμπτώματα της κατάθλιψης περιλαμβάνουν
την ανορεξία, την απώλεια βάρους, την κόπωση, την ασθένεια, την δυσκοιλιότητα,
την δυσπεψία, τον πονοκέφαλο, την μείωση της libido, την μείωση της
συγκέντρωσης και κυρίως την αϋπνία νωρίς το πρωί (Blinder, 1969).
Τα άτομα με κατάθλιψη νιώθουν χειρότερα το πρωί, κατά τον Blinder
(1969), και έχουν γενικά κάθε μέρα την ίδια διάθεση.
Ένα
σύμπτωμα που συχνά συνδέεται με την κατάθλιψη είναι ο πόνος, όπως
αναφέρει ο Mackinnon και ο Michels (1971). Οι ασθενείς με πόνο συχνά
αρνούνται την ύπαρξη κατάθλιψης και είναι δύσκολο να το καταλάβουν,
ενώ είναι πιο εύκολο να πιστέψουν ότι η κατάθλιψη είναι εκδήλωση του
πόνου (Mackinnon και Michels, 1971). Ασθενείς με ψυχοκινητική κατάθλιψη
κοιμούνται ήσυχα για να ξυπνήσουν τις πρώτες πρωϊνές ώρες, ενώ άλλοι
ασθενείς έχουν άγχος να κοιμηθούν περισσότερο πριν από τις πρώτες
πρωϊνές ώρες (Blinder, 1969).
Σε
μια έρευνα της Horsten et al, (1997) σε 300 υγιείς γυναίκες 30 έως
65 ετών από τη Σουηδία που συγκρίθηκαν με ένα γενικό δείγμα 2500 γυναικών
βρέθηκε σύνδεση καταθλιπτικών συμπτωμάτων (που παρουσίασε ένα ποσοστό
των γυναικών) με μειωμένο επίπεδο λιπιδίων, με στρεσσογόνα γεγονότα
στη ζωή των γυναικών, με την καθιστική ζωή και με μεγάλο δείκτη μάζας
σώματος. Γυναίκες με επίπεδα χοληστερόλης 4,7 mmole/lt ή κατώτερο
είχαν διπλάσια πιθανότητα να έχουν κατάθλιψη και μια εξήγηση μπορεί
να δοθεί στο ότι η χοληστερόλη συνιστά ζωτική πηγή ενέργειας (Horsten
et al, 1997).
Σύμφωνα
με τον Blinder (1969) η κατάθλιψη αφορά ουσιαστικές ψυχολογικές και
φυσιολογικές διαταραχές και συνδέεται με κάποια ασυνείδητα πρότυπα
συμπεριφοράς που ίσως φέρνουν επαναλαμβανόμενα λύπη στο άτομο. Επίσης,
συνεχίζει ο Blinder (1969), η κατάθλιψη σε ψυχονευρωτικούς χαρακτήρες
δημιουργεί προβλήματα, όπως για παράδειγμα είναι η ξαφνική ήπια κατάθλιψη
στη μέση ηλικία που εκδηλώνεται με ψυχικό stress και συμπτώματα όπως
η αϋπνία.
Κεφάλαιο
(1.7) Μέθοδοι αντιμετώπισης των ψυχοσωματικών παθήσεων
Ο
Kaplan (1985) αναφέρει ως μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης την ιατροψυχιατρική
προσέγγιση, στην οποία ο ψυχίατρος χειρίζεται την ψυχιατρική πλευρά
της περίπτωσης και ο παθολόγος ή άλλος ειδικός ιατρός την σωματική
πλευρά. Η ιατρική θεραπεία σκοπεύει στην θεραπεία της κατάστασης του
ασθενή ώστε επιτυχώς να συμμετάσχει στην ψυχοθεραπεία. Στην οξεία
φάση της ασθένειας, συνεχίζει ο Kaplan (1985) η ιατρική θεραπεία έχει
τον κεντρικό λόγο και η ψυχοθεραπεία δευτερεύοντα λόγο - συμβουλευτικό,
ενώ όταν η ασθένεια είναι ή καταλήξει χρόνια, τότε η ψυχοθεραπεία
παίζει πρωτεύοντα ρόλο.
Όταν
ο ασθενής με ψυχοσωματική πάθηση επισκέπτεται αρχικά τον ιατρό, σύμφωνα
με τους Mackinnon και Michels (1971), πρέπει να γίνει αξιολόγηση αν
η συμπτωματολογία του ανταποκρίνεται σε κάποια οργανική νόσο ή ερμηνεύεται
από τις συγκινησιακές συγκρούσεις του, αν το άγχος διακρίνει τη ζωή
του στην έναρξη και τις εξάρσεις της πάθησης, αν ο ασθενής έχει ωφέλεια
από την αρρώστια και τέλος αν προσδίδει ασυνήθεις ψυχολογικές εξηγήσεις
στα συμπτώματά του.
Θεραπευτικά,
σημειώνει ο Reiser και ο Marphy (1984) σε ασθενείς που είναι επιρρεπείς
στο να σωματοποιούν τα ψυχολογικά τους προβλήματα και τα οποία αρνούνται
ότι έχουν, όπως οι υποχόνδριοι, έχει ένδειξη η υποστηρικτική ψυχοθεραπεία.
Η αντιμετώπιση των ψυχοσωματικών ασθενειών μέσω της ψυχοθεραπείας
έχει αποτέλεσμα μόνο αν ο ασθενής θελήσει να εστιάσει την προσοχή
του στα συναισθηματικά του προβλήματα. Τότε, ίσως τα σωματικά του
συμπτώματα τροποποιηθούν με τη βελτίωση των συναισθηματικών του προβλημάτων
(Reiser και Marphy 1984). Εξάλλου, είναι γεγονός ότι η άρνηση είναι
ο κεντρικός μηχανισμός των ψυχολογικών γεγονότων: το άτομο αρνείται
την έκταση των επιπλοκών και των συναισθημάτων του και όταν αναγνωρίσει
τις συναισθηματικές διαταραχές του αρνείται τη σχέση τους μετα συμπτώματά
του (Mackinnon και Michels, 1971).
Σκοπός
της ψυχοθεραπείας, κατά τον Kaplan είναι η αναδιοργάνωση της προσωπικότητας,
ώστε η ένταση και οι ανάγκες να μην αναπαράγουν ψυχοπαθολογικά φαινόμενα.
Στην ψυχοθεραπεία είναι χρήσιμη η ανάλυση του Εγώ, με εστίαση στα
προβλήματα που αντιμετωπίζει το άτομο στη ζωή του, έμφαση στις αντιδράσεις
του, τις άμυνές του, τις ενοχές του, την αυτοεκτίμησή του και την
σχέση του με το περιβάλλον του (Kaplan, 1985). Πρέπει να γίνει αξιολόγηση
της παρούσας ασθένειας, κατά τη συνέντευξη, καθώς επίσης και να εντοπιστούν
προβλήματα μέσα από την λήψη ατομικού και οικογενειακού ιστορικού
και την περιγραφή της ζωής του ασθενή (Mckinnon και Michels, 1971).
Αρκετά
αποτελέσματα έχει η ψυχοθεραπεία όταν περιορίζεται στην ανάλυση της
χαρακτηρολογικής άμυνας και της άμυνας του Εγώ που συνδέεται με διαταραγμένες
διαπροσωπικές σχέσεις (Kaplan, 1985). Παράλληλα είναι αναγκαία η διαλεύκανση
της σχέσης του ασθενή με τα μέλη της οικογένειας του (Mackinnon και
Michels, 1971). Οι ασθενείς είναι δεμένοι με την οικογένειά τους και
συχνά αναπαριστούν συγκεκριμένες συμπεριφορές της παιδικής ή της βρεφικής
ηλικίας, στις οποίες φανερώνεται το άγχος (Kaplan, 1985). Κατά τον
Chertos et al (1977) μια από τις διαταραχές στην οποία η υποστηρικτική
ψυχοθεραπεία έχει ένδειξη σε μερικά άτομα, είναι με το "σύνδρομο της
ευερέθιστης κύστης". Επίσης, ενδείκνυται σε πολλές άλλες ψυχοσωματικές
διαταραχές.
Σκοπός
της θεραπείας είναι η καθησύχαση του ασθενή, η αναγνώριση των γεγονότων
που συνδέονται με την "πάθηση" και η εφαρμογή της βελτίωσης των καταστάσεων
στη ζωή του (Kaplan, 1985). Ο ασθενής πρέπει να κατανοήσει τα ψυχολογικά
αίτια της ασθένειάς του και να παρατηρεί τις συναισθηματικές του αντιδράσεις
πριν την εμφάνιση των ψυχολογικών συμπτωμάτων, γεγονός που πριν αρνιόταν
(Mckinnon και Michels, 1971). Επίσης πρέπει, μέσω της εμπειρίας του,
να αντιδρά διαφορετικά και με επιτυχία στις αλληλεπιδράσεις των συναισθηματικών
του προβλημάτων (Kaplan, 1985).
Κατά
τους Mackinnon και Michels (1971) ο ασθενής πρέπει να συνειδητοποιήσει
πως δεν υπάρχει αναλογία στη σωματική παρουσίασή της νόσου και του
βαθμού της φυσικής ανικανότητάς του και ότι κάποιες διαταραχές στη
συναισθηματική του ζωή μάλλον ευθύνονται για την επιδείνωση των συμπτωμάτων
του. Συχνά, τα σωματικά συμπτώματα έχουν χτιστεί σε ένα ελάχιστο βαθμό
οργανικής παθολογίας, όμως αυτό δεν αναγνωρίζεται από τον ασθενή,
γιατί συνήθως τον απασχολούν τα συμπτώματά του (Mackinnon και Michels,
1971).
Στην
ψυχοθεραπευτική μέθοδο τα βήματα είναι αργά και προσεκτικά και στηρίζονται
στην στήριξη και την επεξήγηση (Kaplan, 1985). Ο Mackinnon και Michels
(1971) αναφέρουν πως στοχεύει στην εστίαση της προσοχής του ασθενή
στις ψυχοσωματικές του καταστάσεις που λαμβάνουν μέρος όταν αρχίζουν
τα ψυχοσωματικά συμπτώματα. Συνήθως συνεχίζουν, ο ασθενής λέει "είναι
τα νεύρα μου" χωρίς να κατανοεί ότι η κατάστασή του οφείλεται σε ψυχολογικές
διεργασίες, αλλά νομίζει ότι η κατάστασή του οφείλεται σε μια αόριστη
νευρολογική πάθηση.
Ο
Kaplan (1985) αναφέρει, εκτός των άλλων μεθόδων ψυχοθεραπείας την
ομαδική και την οικογενειακή ψυχοθεραπεία. Εκτός, όμως, από την ψυχοθεραπεία
υπάρχει και η φαρμακευτική θεραπεία που συνίσταται στη χορήγηση ηρεμιστικών,
αντικαταθλιπτικών (Mackinnon και Michels, 1971) και γενικά ψυχοτρόπων
φαρμάκων (Fann και Wheless, 1982).
Σε
ότι αφορά την κατάθλιψη, αντιμετωπίζεται θεραπευτικά με φάρμακα, ψυχοθεραπεία
κα χαλάρωση. Ο Bowers (1990) αναφέρει θεραπευτικά το τρικυκλικό αντικαταθλιπτικό
νορτριπτυλίνη, την γνωσιακή θεραπεία και την χαλάρωση σε μια έρευνα
κατά την οποία 30 ασθενείς με κατάθλιψη έλαβαν μια από τις τρεις θεραπείες:
α) Το φάρμακο σε δόση 25- 75 mg/ ημέρα αρχικά, β) Γνωσιακή και φαρμακευτική
θεραπεία, γ) Χαλάρωση και φαρμακευτική θεραπεία. Τελικά στη μελέτη
όλα τα άτομα παρουσίασαν βελτίωση, όμως τα άτομα που έκαναν γνωσιακή
και φαρμακευτική θεραπεία και φαρμακευτική θεραπεία μαζί με θεραπεία
χαλάρωσης είχαν λιγότερα συμπτώματα κατάθλιψης από τα άτομα που έλαβαν
μόνο φαρμακευτική θεραπεία (Bowers, 1990).
Εκτός
από τις κλασικές θεραπείες υπάρχουν και οι εναλλακτικές θεραπείες.
O Eisenberg et al, (1993) σε μια ερευνά του σε 1539 ενήλικες το 1991,
διαπίστωσε πως το 35% των ασθενών με κατάθλιψη ακολούθησαν κάποια
εναλλακτική θεραπεία. Στο δείγμα τα άτομα που βρέθηκαν με κατάθλιψη
ήταν το 8% και η εναλλακτική θεραπεία που ακολούθησαν ήταν κάποια
μέθοδος χαλάρωσης (Eisenberg et al, 1993). Η χαλάρωση πέρα από την
κατάθλιψη έχει ένδειξη γενικά στις ψυχοσωματικές παθήσεις, επιδρώντας
ενεργητικά και προάγοντας την ψυχική και την σωματική υγεία.
Κεφάλαιο
2
Κεφάλαιο
(2.1.) Η χαλάρωση
Χαλάρωση
είναι το υποκειμενικό αίσθημα που συνδέεται με την απαλλαγή από κάθε
περιττή μυϊκή σύσπαση, και το αίσθημα ηρεμίας. Η χαλάρωση επιτυγχάνεται
μέσω κινησιοθεραπείας, μέσω ελέγχου της αναπνοής, μέσω του biofeedback,
καθώς και με άλλες μεθόδους όπως η μουσική.
Οι
διάφορες τεχνικές χαλάρωσης που εφαρμόζονται από ειδικούς θεραπευτές
είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς. Σε μια έρευνα που έκανε ο Eisenberg και
οι συνεργάτες του (1993) σε 1539 ενήλικες στις Η.Π.Α. για τη συχνότητα
χρήσης εναλλακτικών θεραπειών κατά το έτος 1991 διαπιστώθηκε πως οι
μέθοδος χαλάρωσης είχαν σημαντικό μερίδιο στις θεραπείες. Συγκεκριμένα,
το 7% έκανε μασάζ, το 4% ψυχοθεραπεία, το 1% biofeed back, το 1% ύπνωση,
το 1% ομοιοπαθητική και το 26% άσκηση. (αμιγείς τρόποι χαλάρωσης είναι
οι τρεις πρώτοι, οι υπόλοιποι μπορούν να χρησιμοποιηθούν και για διάφορες
άλλες καταστάσεις).
Κεφάλαιο
(2.2) Ο νευροφυσιολογικός μηχανισμός της χαλάρωσης
Στα
πρόσθια κέρατα της φαιάς ουσίας του νωτιαίου μυελού, υπάρχουν τα κινητικά
κύτταρα από τα οποία ξεκινάνε φυγόκεντρες κινητικές ίνες, που καταλήγουν
μαζί με τα περιφερικά νεύρα στους σκελετικούς μυς (Duss, 1992). Από
τους γ- κινητικούς νευρώνες (κύτταρα) των προσθίων κεράτων του νωτιαίου
μυελού ξεκινούν γ-κινητικές νευρίκες ίνες-φυγόκεντρες- που διεγείρουν
τα ακραία τμήματα των ενδοκαψικών ινών της μυϊκής ατράκτου (Guyton,
1992). Όταν οι ενδοατρακτικές μυϊκές ίνες διεγείρονται μέσω των γ-ινών,
τότε συσπώνται στα αμφότερα τα άκρα της ατράκτου προκαλώντας διάταση
του μεσαίου τμήματος, η οποία επιδρά στην δακτύλιο ελικοειδή απόληξη
και αυτή παράγει δυναμικά ενέργειας, γεγονός που οδηγεί σε μια αύξηση
της τάσης των μυών (Duss, 1992). Πρέπει να σημειωθεί πως στη δεκτική
περιοχή της μυϊκής ατράκτου υπάρχει η πρωτεύουσα (δακτυλιο ελικοειδής)
αισθητική απόληξη στο κέντρο της η οποία είναι η σπειροειδής απόληξη
μιας κεντρομόλου ταινίας (ταχείας άγουσα). Όταν αυξάνεται το μήκος
του δεκτικού τμήματος της μυϊκής ατράκτου βραδέως, τότε οι πρωτεύουσας
απολήξεις εκπέμπουν ώσεις για το διάστημα που ο υποδοχέας διατείνεται,
ενώ όταν η διάταση γίνει απότομα, τότε η απόληξη διεγείρεται έντονα,
ένα ισχυρό σήμα μεταδίδεται προς το νωτιαίο μυελό, και με αυτό προκαλείται
στιγμιαία έντονη αντανακλαστική συστολή του μύ από τον οποίον προέρχεται
το σήμα (Guyton, 1992)
Οι
γ-κινητικοί νευρώνες βρίσκονται υπό την επίδραση ανωτέρων κατιόντων
κινητικών νευρώνων, όπως η πυραμιδική οδός, οι δικτυονωτιαίες ίνες
και οι αιθουσονωτιαίες ίνες, έτσι ώστε ο μυϊκός τόνος μπορεί να επηρεάζεται
άμεσα από το κεντρικό όργανο (Duss, 1992). Όπως προαναφέρθηκε η δακτυλιοειδής
απόληξη αντιδρά στη διάταση με δυναμικά ενέργειας που προκαλούν αντανακλαστική
συστολή του μυ. Η συστολή αυτή γίνεται από τις ταχέως άγουσες Ια (φυγόκεντρες)
που προκαλούν σύσπαση των εξωατρακτικών ινών για να αποκτήσουν το
παλιό τους μήκος (Ganong, 1979).
Σε
πολλές μυϊκές ατράκτους, ιδιαίτερα στις ίνες με πυρηνική άλυσο, υπάρχουν
εκτός από τις πρωτογενείς και δευτερογενείς απολήξεις που ονομάζονται
ανθοκραμβοειδείς (Duus, 1992). Και αυτές οι απολήξεις αντιδρούν στη
διάταση, και στέλνουν τα δυναμικά ενέργειάς τους προς το κέντρο μέσω
πιο λεπτών ΙΙ ινών και μπορούν να ενεργοποιούν καμπτήρες ή εκτείνοντες
με ταυτόχρονη αναστολή των ανταγωνιστών (Duus, 1992).
Κατά
την διάταση, οι ανταγωνιστές μύες χαλαρώνουν, γεγονός που οφείλεται
στην αμοιβαία εν-νεύρωση κατά την οποία ερεθίσματα από από τις Ια
ίνες της μυϊκής ατράκτου του πρωταγωνιστή μυ προκαλούν μετασυναπτική
αναστολή στους κινητικούς νευρώνες των ανταγωνιστών (Ganong, 1979).
Ο δρόμος για την αντίδραση αυτή περιλαμβάνει δυο συνάψεις και αφορά
παράπλευρες ώσεις από κάθε Ια ίνα που περνάει στο νωτιαίο μυελό σε
έναν ανασταλτικό νευρώνα που συνάπτεται άμεσα με έναν από τους κινητικούς
νευρώνες που νευρούν τους ανταγωνιστές μυς (Ganong, 1979). Η διέγερση
μιας ομάδας μυών συνήθως συσχετίζεται με την αναστολή μιας άλλης ομάδας,
σύμφωνα με το φαινόμενο της αλληλένδετης αναστολής που εμφανίζεται
εξαιτίας της αλληλένδετης (αμοιβαίας) εν-νεύρωσης (Guyton, 1992).
Έτσι, έχουμε ένα μέτριας έντασης αντανακλαστικό κάμψης παρατεινόμενο
στο ένα σκέλος, κατά τη διάρκεια του οποίου εκλύεται ένα ακόμα ισχυρότερο
αντανακλαστικό κάμψης στο αντίθετο σκέλος από το οποίο αποστέλλονται
αλληλένδετες αντανακλαστικές ώσεις με τις οποίες καταστέλλεται ο βαθμός
κάμψης του, με συνέπεια την παύση του ισχυρότερου αντανακλαστικού
(Guyton, 1992).
Στο
σημείο μετάπτωσης του τένοντα στο μυ, υπάρχουν τα τενόντια όργανα
του Golgi που είναι λεπτές νευρικές απολήξεις που διεγείρονται με
τη διάταση του μυός ή με την ενεργητική του σύσπαση με ανασταλτικές
ώσεις- μέσω 1 ή 2 ενδιάμεσων νευρώνων -που μεταφέρονται με ταχέως
άγουσες Ιb- ίνες (Duus, 1992). Οι Ιb ίνες καταλήγουν στο νωτιαίο μυελό
σε αναχαιτιστικούς νευρώνες που νευρούν τους κινητικούς νευρώνες (Ganong,
1979). Το όργανο του Golgi μετράει τη φόρτιση του κάθε μυός και διατηρεί
την τάση του σε φυσιολογικά όρια μέσω αναχαιτιστικών ώσεων (Duus,
1992). Όσο πιο μεγάλη είναι η διάταση τόσο μεγαλύτερη η σύσπαση του
μυ. Όμως, όταν η τάση γίνει αρκετά μεγάλη, τότε η σύσπαση ξαφνικά
σταματά και ο μυς χαλαρώνει σύμφωνα με το αντανακλαστικό της αντίστροφης
διάτασης ή αυτοαναχαίτισης (Ganong, 1979). Σε ότι αφορά την παθητική
διάταση, διατείνονται οι περισσότερες ελαστικές μυϊκές ίνες, αναλαμβάνοντας
το μεγαλύτερο μέρος της διάτασης και έτσι χρειάζεται μεγάλη διάταση,
στην περίπτωση αυτή, για να επιτύχουμε την χαλάρωση (Ganong, 1979).
Η
άτρακτος και οι συνδέσεις της συνιστούν ένα μηχανισμό ανάδρασης που
ρυθμίζει τη μυϊκή τάση: αν ο μύς διαταθεί τότε αυξάνονται οι ώσεις
στην μυϊκή άτρακτο και γίνεται αντανακλαστικά μείωση του μήκους του
μυ, ενώ αν ο μυς βραχυνθεί, τότε μειώνονται οι ώσεις στη μυϊκή άτρακτο
ο μυς χαλαρώνει (Ganong, 1979). Πάντως, σε κάθε αλλαγή του μήκους
του μυ δεν διεγείρονται μόνο τα κύτταρα των προσθίων κεράτων (που
προκαλούν σύσπαση του μυ), αλλά συγχρόνως- μέσω ενδιάμεσων νευρώνων
αναστέλλονται άλλα νευρικά κύτταρα ώστε να χαλαρώσουν οι ανταγωνιστές,
αφήνοντας ελεύθερη τη σύσπαση των ανταγωνιστών τους (Duus, 1992)
Ο
παραπάνω νευροφυσιολογικός μηχανισμός εξηγεί την χαλάρωση, τόσο κατά
την ενεργοποίηση των μυών μέσω της σύσπασης τους, όσο και κατά την
διάταση τους. Στην πρώτη περίπτωση πέρα από την χαλάρωση που συμβαίνει
έπειτα από την σύσπαση του μυ, έχουμε και τον μηχανισμό της σύσπασής
του αγωνιστή και της σύγχρονης χαλάρωσης του ανταγωνιστή του (Duus,
1992). Η σύσπαση του μυ μπορεί να είναι ισοτονική ή ισομετρική (Ingher,
1989) και ακολουθείται από την χαλάρωση του (Condon and Hutton, 1987).
Το
πρότυπο της σύσπασης που ακολουθείται από χαλάρωση χρησιμοποιείται
και στη μέθοδο διάτασης: «κράτημα- χαλάρωση» στην οποία ο μυς που
θέλουμε να χαλαρώσει εκτελεί μέγιστη ισομετρική σύσπαση που ακολουθείται
από χαλάρωση και στη συνέχεια διάταση του στο όριο της κίνησης (Condon
and Hutton, 1987). Μια παραλλαγή της προαναφερθείσας μεθόδου είναι
το «κράτημα- χαλάρωση- σύσπαση» στην οποία η διάταση μετά την χαλάρωση
γίνεται με χαμηλή εκούσια συστολή του ανταγωνιστή προς τον διατεινόμενο
μυ (Condon and Hutton, 1987). Πάντως, κατά την διάρκεια της διάτασης
με τις δύο παραπάνω μορφές και τη μέθοδο της στατικής (παθητικής)
διάτασης και της διάτασης μέσω σύσπασης του ανταγωνιστή προς τον διατεινόμενο
μυ, έχουμε μυϊκή χαλάρωση, καθώς ο μυς διατείνεται (Condon and Hutton,
1987). Η χαλάρωση αυτή συμβαίνει λόγω της αμοιβαίας εννεύρωσης στον
διατεινόμενο μυ: κατά την σύσπαση του ανταγωνιστή του και κατά τη
δυνατή διάταση του μυ έχουμε χαλάρωσή του λόγω της αυτοαναχαίτισης,
μηχανισμοί που εμπλέκονται με τα τενόντια όργανα του Golgi (Ganong,
1979). Σχετικά με την παθητική διάταση, πρέπει να είναι δυνατή για
να προκαλέσει χαλάρωση (Ganong, 1979).
Οι
ταχέως άγουσες Ια ίνες από τις μυϊκές ατράκτους και τα τενόντια όργανα
αποσχίζονται σε διάφορους παράπλευρους κλάδους, ίνες των οποίων τελικά
καταλήγουν, έπειτα από συνάψεις σε κύτταρα των οπίσθιων κεράτων του
νωτιαίου μυελού, στο πρόσθιο και οπίσθιο νωτιοπαρεγκεφαλιδικό δεμάτιο,
που με τη σειρά τους καταλήγουν στην παρεγκεφαλίδα (Duus, 1992). Η
παλαιοπαρεγκεφαλίδα παίρνει πληροφορίες από όλες τις κεντρομόλες οδούς
της εν τω βάθει αισθητικότητας και μπορεί να επιδρά με πολυσυναπτικές
φυγόκεντρες οδούς στο μυϊκό τόνο και τη συνεργασία αγωνιστών -ανταγωνιστών
(Duus, 1992) .
Οι
αισθήσεις αφής, πίεσης δόνησης διάκρισης, κίνησης στο δέρμα και θέσης
των μελών του σώματος μεταφέρονται μέσω της οπίσθιος δέσμης στον προμήκη
(ισχνός και σφηνοειδής πυρήνας), στη συνέχεια μέσω του έσω λημνίσκου
στο θάλαμο και από εκεί στην σωματοαισθητική περιοχή 1 του εγκεφαλικού
φλοιού (Guyton, 1992). Η οπίσθια δέσμη μεταφέρει τμήματα των ιδιοδεκτικών
ώσεων στο επίπεδο της συνείδησης από υποδοχείς στους μυς, τους τένοντες,
τις περιτονίες, τους αρθρικούς θυλάκους και τον εντωβάθει συνδετικό
ιστό (Duus, 1992). Παράλληλα, υπάρχει το σύστημα των προσθιοπλάγιων
δεσμών που αφορούν τις αισθήσεις του πόνου, της θερμοκρασίας, της
αδρής αφής και πίεσης, του γαργαλισμού, του κνησμού και γενετήσιες
(Gugton, 1992). Οι ίνες των δεματίων αυτών ξεκινούν από δερματικούς
υποδοχείς του δέρματος (πίεση, αφή) ή ελεύθερες νευρικές απολήξεις
(πόνος, θερμοκρασία), χιάζονται, περνούν στο θάλαμο και από εκεί στην
οπίσθια κεντρική έλοικα του φλοιού (Duus, 1992). Η χαλάρωση σχετίζεται
με την προσαγωγή ερεθισμάτων από τους αισθητικούς υποδοχείς, οι οποίοι
μεταφέρουν τα ερεθίσματα στον φλοιό. Συγκεκριμένα, τα ερεθίσματα φτάνουν
στην αισθητικοκινητική περιοχή του φλοιού, όπου μετατρέπονται αμέσως
σε κινητικές πληροφορίες, μέσω αισθητικοκινητικών ρυθμιστικών κύκλων
(Duus, 1992).
Οι
γάμμα φυγόκεντρες ίνες της μυϊκής ατράκτου, που προαναφέρθηκαν, δέχονται
επιδράσεις από την δικτυοπρομηκική μοίρα του εγκεφαλικού στελέχους,
που με τη σειρά της δέχεται επιδράσεις από την παρεγκεφαλίδα, τα βασικάγάγγλια
και τον εγκεφαλικό φλοιό (Gugton, 1992).
Η
παρεγκεφαλίδα επιδρά μέσω εξωπυραμιδικών οδών στα γ- κύτταρα του πρόσθιου
κέρατος και μέσω γ- φυγόκεντρων ινών επιδρά στην κινητικότητα- ακουσίως
(Duus, 1992). Η λειτουργία της παρεγκεφαλίδας είναι η οργάνωση της
συνεργασίας των μυών στην κίνηση και ο έλεγχος της (Ganong, 1979).
Η παλαιοπαρεγκεφαλίδα δέχεται επιδράσεις από το νωτιαίο μυελό μέσω
του οπίσθιου και του πρόσθιου νωτιοπαρεγκεφαλιδικού δεματίου και του
σφηνοπαραγκεφαλιδικού δεματίου (Duus, 1992). Μια, φυγόκεντρη οδός
από την παρεγκεφαλίδα φτάνει στα βασικά γάγγλια μέσω του οπτικού θαλάμου
(Guyton, 1992). Άλλες φυγόκεντρες ώσεις από τους πυρήνες της παρεγκεφαλίδας
φτάνουν στον ερυθρό πυρήνα και μέσω του ερυθρονωτιαίου και του δικτυονωτιαίου
δεματίου επιδρούν στους ομόπλευρους κινητικούς νευρώνες (Duus, 1992).
Η παρεγκεφαλίδα ρυθμίζει τον μυϊκό τόνο (Duus, 1992) και τις αλληλένδετες
συστολές αγωνιστών και ανταγωνιστών (Guyton, 1992). Η παρεγκεφαλίδα
αποτελεί μαζί με το στέλεχος τα κέντρα των πολύσυναπτικών συνδέσεων
κατά την χαλάρωση του ανταγωνιστή και σύσπαση του αγωνιστή (Duus,
1992).
Στα
γ και α-κινητικά κύτταρα της μυϊκής ατράκτου επιδρούν επίσης η πυραμιδή
και η εξωπυραμιδική οδός, επιδρώντας εν μέρει διεγερτικά και εν μέρει
ανασταλτικά (Duus, 1992). Το εξωπυραμιδικό σχετίζεται με τον προγραμματισμό
και την ρύθμιση της κίνησης και της στάσης (Ganong, 1979). Συγκεκριμένα,
στα βασικά γάγγλια ίνες από την ωχρή σφαίρα φέρονται στον θάλαμο και
τον υποθάλαμο, χιάζονται στο δικτυωτό σχηματισμό και από εκεί καταλλήγουν
στα κύτταρα των προσθίων κεράτων του νωτιαίου μυελού (Duus, 1992).
Πιθανώς και οι ραβδωτομελαινικοί νευρώνες ρυθμίζουν τον μυϊκό τόνο
μέσω των γ- νευρώνων (Duus, 1992).
Νευρικές
οδός συνδέουν τον θάλαμο με τη παρεγκεφαλίδα και τα βασικά γάγγλια
και προάγεται ο συντονισμός μεταξύ των λειτουργιών του κινητικού φλοιού,
των βασικών γαγγλίων και της παρεγκεφαλίδας (Guyton, 1992). Κατά την
χαλάρωση, τεχνικές που ερεθίζουν τους αισθητικού υποδοχείς καταλήγουν
σε ανώτερα κέντρα. Τα κέντρα αυτά είναι η σωματοαισθητική περιοχή
στην οπίσθια κεντρική έλικα του εγκεφαλικού φλοιού (Guyton, 1992)
στην οποία οι αισθήσεις φτάνουν στο επίπεδο της συνείδησης (Duus,
1992) και η παραγγεφαλιδα.
Από
τα ανώτερα κέντρα τα ερεθίσματα περνούν μέσα από πολύπλοκα δίκτυα
που συνδέονται με τον θάλαμο, τον φλοιό, τα βασικά γάγγλια και το
πυραμιδικό σύστημα και καταλήγουν στα κινητικά κύτταρα του νωτιαίου
μυελού επηρεάζοντας τον μυϊκό τόνο, στην ρύθμιση του οποίου παίζει
σημαντικό ρόλο η παρεγκεφαλίδα (Duus, 1992). Έτσι, ως απάντηση στα
ερεθίσματα του περιβάλλοντος ο μυϊκός τόνος αυξάνεται ή μειώνεται
στο ελάχιστο στη μέγιστη χαλάρωση (Duus, 1992).
Ο
μηχανισμός της χαλάρωσης πέρα από αντανακλαστικός είναι και συνειδητός.
Κατά τον Benson (1982) συγκεκριμένα πρότυπα σκέψης και συμπεριφοράς
προάγουν έμφυτες φυσιολογικές αλλαγές κατά τη χαλάρωση. Εξάλλου, όπως
προαναφέρθηκε τόσο οι φυγόκεντρες όσο και οι κεντρομόλες οδοί συνδέονται
με το φλοιό. Ακόμα και η παρεγκεφαλίδα συνδέεται με τον φλοιό με απαγωγά
(οδοντο θαλαμοφλαιώδης οδός) η προσαγωγά (φλοιός- γέφυρα- παρεγκεφαλίδα
ή φλοιός ερυθρός πυρήνας- ελαία- παρεγκεφαλίδα) δεμάτια (Duus, 1992).
Ένας
από τους τρόπους χαλάρωσης είναι η άσκηση. Για την αποσαφήνιση του
ρόλου της άσκησης στην φυσιολογία του ανθρώπινου οργανισμού ο Stratton
et al (1994) έκανε μια έρευνα σε δύο ομάδες: η πρώτη με 11 νέους και
η δεύτερη με 13 ηλικιωμένους. Τα άτομα αυτά έκαναν ένα εξάμηνο πρόγραμμα
με βάδιση, τρέξιμο και ποδήλατο για 45 λεπτά με συχνότητα 4 ή 5 φορές
την εβδομάδα. Άρχισαν το πρόγραμμα με το 50%- 60% της μέγιστης καρδιακής
συχνότητας και καταλήγοντας στο 80%- 85% αυτής τον τρίτο- τέταρτο
μήνα. Διαπιστώθηκε πως για όλους τους εθελοντές πως: α) Η καρδιακή
συχνότητα ηρεμίας και άσκησης ισχύος 66W και μέγιστης ισχύος μειώθηκε,
β)Η διαστολική πίεση μειώθηκε στην ηρεμία και την άσκηση ισχύος 66W
και την άσκηση μέγιστης ισχύος, γ)Η συστολική πίεση δεν είχε σημαντική
μεταβολή στην ανάπαυση και την άσκηση ισχύος 66W ενώ αυξήθηκε λίγο
στην άσκηση με μέγιστη ισχύ (Stratton et al, 1994).
Σε
ότι αφορά τον νευροφυσιολογικό μηχανισμό της άσκησης, οι Moore και
Kukulka (1991) σε μια ερευνά τους σε 16 γυναίκες διαπίστωσαν πως κατά
την εκούσια μυϊκή συστολή τα αντανακλαστικά παρουσίαζαν μεγάλη εξασθένιση.
Επίσης, ήταν εξασθενημένα για 1sec μετά τη συστολή (76% κατά μειωμένα),
ενώ μερική "ανάνηψη" τους έγινε 5sec μετά τη συστολή και πλήρης επαναφορά
τους στο αρχικό εύρος έγινε 10,05 sec μετά τη συστολή. Η έρευνα αυτή
τονίζει την επίδραση τεχνικών ιδιοδεκτικής νευρομυϊκής διευκόλυνσης
(P.N.F) με σκοπό την χαλάρωση, στα αντανακλαστικά κατά και μετά τη
σύσπαση. Οι τεχνικές αυτές είναι ακούσιες και ένα παράδειγμα είναι
το "κράτημα χαλάρωση" (Mooke and Kukulka, 1991) που προαναφέρθηκε.
Η
Griffin et al (1994) έκανε μια έρευνα σε 38 γυναίκες που έκαναν συσπάσεις
σε 5 μυς της πυέλου και μετρήθηκαν με ειδικά ενδοκολπικά μπαλόνια
τα χαρακτηριστικά των πυελικών μυών στη σύσπαση και χαλάρωση. Το πρόγραμμα
άρχισε με συσπάσεις των 12 sec με δεκαπέντε επαναλήψεις και συχνότητα
3 φορές ανά εβδομάδα για 3 εβδομάδες. Οι συσπάσεις ήταν εκούσιες σε
5 πυελικούς μύες. Τα αποτελέσματα φαίνονται στον πίνακα (2) (Griffin
et al, 1994)
Πίνακας
(2). Μετρήσεις για τις πιέσεις στη χαλάρωση μεταξύ 10 συσπάσεων σε
5 μυς της πυέλου (τροποποιημένο από Griffin et al, 1994).
| Σύσπαση |
1 |
2 |
3 |
4 |
5 |
6 |
7 |
8 |
9 |
10 |
| Μέση
πίεση |
11,89
|
12,89 |
13,78 |
14,06 |
14,31 |
14,34 |
14,94 |
14,03 |
13,82
|
14,13 |
| Σταθερή
απόκλιση |
4,02
|
3,59 |
4,18 |
4,56 |
4,15 |
3,96 |
5,19 |
4,39 |
4,01 |
4,40 |
| Φάση χαλάρωσης (sec) |
15,00
|
15,00 |
15,00 |
16,00 |
16,00 |
16,00 |
19,00 |
15,00 |
16,00 |
12,00 |
Στην
έρευνα αυτή βρέθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ της πρώτης πίεσης
ανάπαυσης και των ακολουθούμενων (εκτός της δεύτερης). Υπάρχει διαφορά
στην πίεση ανάπαυσης των πυελικών μυών, όμως όχι σημαντική διαφορά
μεταξύ των γειτονικών πιέσεων ανάπαυσης. Σε ότι αφορά την ένταση των
ασκήσεων το πρόγραμμα άρχισε με 15 και κατέληξε σε 45 επαναλήψεις
των ασκήσεων. Συσχέτιση των μετρήσεων πριν την έναρξη του προγράμματος
και του επιπέδου των 15 επαναλήψεων του προγράμματος, έδειξε πως έχουμε
αργή χαλάρωση σε μη προπονημένους μυς (Griffin et al, 1994).
Κεφάλαιο
(2.3) Η επίδραση της χαλάρωσης στο αυτόνομο νευρικό σύστημα
Σε
καταστάσεις έντασης (stress) ενεργοποιείται το συμπαθητικό νευρικό
σύστημα με συνέπεια την αύξηση της αρτηριακής πίεσης, την αύξηση της
καρδιακής συχνότητας, την αύξηση της αιμάτωσης των λειτουργούντων
μυών και γενικά συμβαίνει μια αντίδραση συναγερμού και τάση για δράση
(Guyton, 1992).
Κατά
τον Sloman (1995) η χαλάρωση βοηθάει στην μείωση της υπερβολικής δράσης
του αυτόνομου συστήματος ώστε το σώμα να γυρίσει στις φυσιολογικές
του λειτουργίες. Ο ρόλος της χαλάρωση, συνεχίζει ο Sloman (1995) έγγειται
στην μείωση της κατανάλωσης οξυγόνου, την μείωση της συχνότητας των
αναπνοών, την μείωση της καρδιακής συχνότητας, την μείωση της μυϊκής
έντασης και την μείωση της αρτηριακής πίεσης σε υπερτασικούς ή την
επαναφορά της σε κανονικά επίπεδα σε μη υπερτασικούς.
Οι
σπλαχνικοί υποδοχείς βρίσκονται μέσα στα όργανα της θωρακικής και
της κοιλιακής κοιλότητας και στα τοιχώματα των αγγείων, όπου μεταφέρουν
ερεθίσματα πόνου και μετρούν την πίεση και την πληρότητα. Μέσω αντανακλαστικών
τόξων μπορεί να ασκηθεί από την περιφέρεια ρυθμιστική επίδραση στη
σπλαχνοκινητική δραστηριότητα (Duus, 1992). Αυτό συμβαίνει γιατί οι
κεντρομόλες φυτικές ίνες έχουν τα κυτταρικά σωματά τους σε νωτιαία
γάγγλια και εισέρχονται μαζί με τις κεντρομόλες ίνες, μέσω των οπισθίων
ριζών, στα αντίστοιχα μυοτόμια και δερμοτόμια.
Έτσι,
οι κεντρομόλες ίνες από τα εσωτερικά όργανα συγκλίνουν σε ένα συγκεκριμένο
νευροτόμιο του οπισθίου κέρατος μαζί με εκείνες από τα αντίστοιχα
δερμοτόμια και τα ερεθίσματα από τις δύο περιοχές άγονται με τις ίδιες
ίνες προς το κέντρο, μέσω του πλάγιου νωτιοθαλαμικού δεματίου (Duus,
1992).
Είναι,
λοιπόν, δυνατόν ερεθίσματα από δέρμα να επιδράσουν σε όργανα με φυτική
νεύρωση, προφανώς λόγω κάποιων συνδέσεων μεταξύ των σωματικών κεντρομόλων
ινών και των σπλαχνικών αντανακλαστικών τόξων, στη συσκευή των συνδετικών
κυττάρων του νωτιαίου μυελού. Έτσι εξηγείται πως διάφορες τεχνικές
στο δέρμα (όπως είναι οι εντριβές) έχουν ευνοϊκή επίδραση σε πόνους
που προέρχονται από όργανα με φυτική νεύρωση (Duus, 1992).
Αυτός,
λοιπόν είναι πιθανώς ο τρόπος που δρουν ορισμένες μέθοδοι χαλάρωσης
στο δέρμα και έχουν ευνοϊκή επίδραση στα όργανα που νευρούνται με
ίνες από το αυτόνομο σύστημα.
Κεφάλαιο
(2.4). Οι ενδείξεις και τα οφέλη της χαλάρωσης
Η
χαλάρωση έχει ένδειξη σε πολλές καταστάσεις. Σύμφωνα με μια έρευνα
του Eisenberg et al (1993) διαπιστώθηκε πως οι μέθοδοι χαλάρωσης χρησιμοποιήθηκαν
σε καταστάσεις όπως: οσφυαλγία (20% των ασθενών), αρθρίτις (16% των
ασθενών), αϋπνία (14% των ασθενών), διάστρεμμα/ υπερένταση μυών (13%
των ασθενών), κεφαλαλγία (13% των ασθενών), υπέρταση (11% των ασθενών)
γαστρεντερικά προβλήματα (10% των ασθενών), άγχος (10% των ασθενών),
και κατάθλιψη (8% των ασθενών).
Από
άλλες έρευνες εξήχθη το συμπέρασμα ότι η χαλάρωση είναι αποτελεσματική
σε πολλές σωματικές και ψυχοσωματικές νόσους. Η Patel και οι οι συνεργάτες
της (1985) αναφέρουν μια έρευνα σε 192 άτομα υψηλού κινδύνου για υπέρταση
(καπνιστές και ύπαρξη υψηλής αρτηριακής πίεσης και συγκέντρωσης χοληστερόλης).
Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: την ομάδα θεραπείας (99 άτομα)
και την ομάδα ελέγχου (93 άτομα). Στην πρώτη έγινε θεραπεία που εστίαζε
στην χαλάρωση και στην αλλαγή συμπεριφοράς, ενώ στη δεύτερη όχι. Η
θεραπεία στην πρώτη ομάδα διαρκούσε 1 ώρα και γινόταν κάθε εβδομάδα
για 8 εβδομάδες. Διαπιστώθηκε πως έπειτα από 8 εβδομάδες καθώς και
8 έτη μετά την έναρξη της θεραπείας τα άτομα της πρώτης ομάδας είχαν
μεγάλη μείωση τόσο της συστολικής όσο και της διαστολικής πίεσης σε
σχέση με τους ασθενείς της δεύτερης ομάδας. Συμπερασματικά, η χαλάρωση
μέσω μπηχεβιοριστικής τεχνικής μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως θεραπεία
εκλογής για την μέτρια υπέρταση (Patel, 1981).
Τεχνικές
χαλάρωσης, όπως αναπνευστικές ασκήσεις, χρησιμοποιούνται σε προγράμματα
φυσικοθεραπείας σε μαιευτικές και γυναικολογικές μονάδες στις ΗΠΑ
(Hulme et al, 1989). Σημαντική είναι και η αρωγή της χαλάρωσης σε
ρευματοπαθείς. Σε μια μελέτη του Stenstrom και των συνεργατών του
(1996) 27 ασθενείς με ρευματοπάθεια (82% με ρευματοειδή αρθρίτιδα,
11% με ψωριασική αρθρίτιδα και οι υπόλοιποι με άλλες ρευματοπάθειες)
ακολούθησαν ένα 15λεπτο πρόγραμμα προοδευτικής μυϊκής χαλάρωσης με
σωματικές και αναπνευστικές ασκήσεις. Bρέθηκε, πως η χαλάρωση βελτίωσε
την ποιότητα ζωής των ασθενών (σε ότι αφορά την υγεία τους). Το πρόγραμμα
γινόταν ως εξάσκηση στο σπίτι για 30 λεπτά, 5 φορές την εβδομάδα για
3 μήνες (Stenstrom et al, 1996).
Από
την άλλη μεριά, η χαλάρωση έχει ιδιαίτερη αξία σε ασθενείς με οσφυαλγία:
με μειωμένο εύρος έκτασης της σπονδυλικής στήλης και του ισχίου και
αποτυχία ανακούφισης τους με συντηρητική ή χειρουργική θεραπεία. Το
συμπέρασμα αυτό έβγαλε ο Ingher (1989) σε μια έρευνα στην οποία έγινε
θεραπεία στους παραπάνω ασθενείς με ασκήσεις χαλάρωσης του λαγονοψοϊτη
από τον ίδιο τον ασθενή (με ισομετρικές συσπάσεις του μυ) και ερεθισμό
των αντίστοιχων trigger point του λαγονοψοϊτη. Σημείωση: ο λαγονοψοϊτης
ενδέχεται να είναι η αιτία του προβλήματος λόγω μυοπεριτοναϊκής διαταραχής
του. Τελικά, τα άτομα αυτά έπειτα από την θεραπεία παρουσίασαν μείωση
του πόνου, βελτίωση της έκτασης του ισχίου και της σπονδυλικής στήλης
και επιστροφή στις προηγούμενες δραστηριότητες τους (Ingher, 1989).
Όταν
υπάρχει πόνος, δημιουργείται ο φαύλος κύκλος: πόνος- μυϊκή τάση- άγχος,
στον οποίο το ένα αυξάνει το άλλο. Τεχνικές που μειώνουν το άγχος
ή τον μυϊκό τόνο έχουν ανακουφιστικά αποτελέσματα στον πόνο. Έρευνες
του Sloman (1995) στο Sydney σε καρκινοπαθείς έδειξε πως θεραπεία
χαλάρωσης για 2 εβδομάδες είχε ως συνέπεια σημαντική μείωση του πόνου.
Η θεραπεία αυτή στηριζόταν σε χαλάρωση και συγκέντρωση σε φανταστικές
εικόνες. Ο Sloman (1995), τονίζει πως η χαλάρωση μπορεί να γίνει παντού,
χωρίς να προϋποθέτει αναγκαστικά ήσυχο και άνετο περιβάλλον.
Κεφάλαιο
3
Κεφάλαιο
(3.1) Τεχνικές χαλάρωσης
Υπάρχουν
αρκετές τεχνικές που αποσκοπούν στη χαλάρωση. Μια τέτοια τεχνική είναι
η τεχνική Benson του Herbert Benson. Στην τεχνική αυτή το άτομο κάθεται
σε μια άνετη θέση με κλειστά τα μάτια και χαλαρώνει βαθιά τους μυς
του, αρχίζοντας από τα πόδια προς το πρόσωπο. (Benson, 1982). Το άτομο
αναπνέει από τη μύτη και συγκεντρώνεται στην αναπνοή του. Καθώς αναπνέει
λέει σιγά στον εαυτό του τη λέξη «ένα», για παράδειγμα: εισπνοή- εκπνοή-
«ένα». Η διαδικασία αυτή γίνεται για 20 λεπτά. Για να ελέγξει την
ώρα δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει ξυπνητήρι, αλλά μπορεί να ανοίξει
τα μάτια του να κοιτάξει το ρολόι. Όταν τα 20 λεπτά περάσουν κάθεται
ήσυχα για μερικά λεπτά. Είναι βασικό το άτομο να μην ανησυχεί αν δεν
έχει πετύχει βαθιά χαλάρωση, αλλά να την αφήσει να έρθει «από μόνη
της». Αν το άτομο έχει ενοχλητικές σκέψεις, πρέπει να τις αγνοήσει,
να σκεφτεί- «καλά, εντάξει» και να συνεχίσει την επανάληψη της λέξεως
«ένα». Η τεχνική γίνεται 1 ή 2 φορές την ημέρα, 2 ώρες μετά το φαγητό
για να μην επηρεαστεί από την πέψη. (Benson, 1982).
Ενδιαφέρουσα
είναι η τεχνική του Lascelles et al (1989) που στηρίζεται στις συνιστώσες:
α)
Προοδευτική χαλάρωση στην οποία το άτομο κάθεται στην καρέκλα του
στο γραφείο ή ξαπλώνει στο κρεβάτι του στο σπίτι.
β)
Σύσπαση -χαλάρωση των μυών.
γ)
«Μίνι» χαλάρωση για την πρόληψη της έντασης. Σε αυτή το άτομο παίρνει
βαθιά αναπνοή, λέει από μέσα του: « - Θα χαλαρώσω στην εκπνοή» και
κάνει εκπνοή. Η τεχνική επαναλαμβάνεται άλλες πέντε φορές.
δ)
Θετική σκέψη: Το άτομο υιοθετεί το πρότυπο της θετικής σκέψης έναντι
των αρνητικών σκέψεων.
ε)
Εικόνες: Το άτομο φαντάζεται ότι ξεφλουδίζει ένα λεμόνι, το κόβει
στη μέση, νιώθει στα δάκτυλά του το χυμό του λεμονιού να τρέχει, το
μυρίζει και το δαγκώνει. Κατά την διάρκεια της σκέψης αυτής συμβαίνει
έκκριση σιέλου! Η τεχνική αυτή εφαρμόστηκε σε έρευνα από θεραπευτή
που ήταν ψυχολόγος, νοσοκόμα, ιατρός, κοινωνικός λειτουργός κτλ. (Lascelles
et al, 1989).
Η
πιο γνωστή και ριζοσπαστική τεχνική που προηγήθηκε των υπολοίπων της
είναι η τεχνική του Jacobson (το 1938) της προοδευτικής μυϊκής χαλάρωσης.
Οι ασθενείς στην τεχνική αυτή μαθαίνουν να χαλαρώνουν μυϊκές ομάδες,
όπως αυτές που σχετίζονταν με την κεφαλαλγία τάσης (Kaplan, 1985).
Στην τεχνική αυτή γίνεται προοδευτική χαλάρωση μέσω της σύσπασης μεγάλων
μυϊκών ομάδων και της ακολουθούμενης χαλάρωσής τους (Montfrans et
al, 1990). Επίσης, όταν τα άτομα αντιμετωπίζουν καταστάσεις έντασης
στους μυς τους, εκπαιδεύονται στην χαλάρωσή τους. Η μέθοδος αυτή είναι
ένας τύπος θεραπείας συμπεριφοράς και συγκεκριμένα τύπος της «συστηματικής
απευαισθητοποίησης» (Kaplan, 1985).
Η
τεχνική Patel στηρίζεται σε αναπνευστικές ασκήσεις, στην αυτοσυγκέντρωση
και στη βαθιά μυϊκή χαλάρωση για 15 ως 20 λεπτά, 2 φορές την ημέρα
(Patel et al 1985). Σε έρευνα του Patel et al (1981) η τεχνική αυτή
χρησιμοποιήθηκε σε υπερτασικύς ως ομαδική συνεδρία των 6 ή 8 ατόμων
για 1ώρα και συχνότητα 1 φορά την εβδομάδα για 8 εβδομάδες και ατομική
πρακτική στο σπίτι 2 φορές την ημέρα. Στην έρευνα αυτή χρησιμοποιήθηκε
και μηχάνημα biofeed back. Η μέθοδος είναι τροποποιημένη μπηχεβιοριστική
θεραπεία (Patel et al, 1981). Επίσης, μεγάλη σημασία δίνει η μέθοδος
αυτή στο να μαθαίνουν τα άτομα να χαλαρώνουν σε όλες τις δραστηριότητές
της καθημερινής ζωής, όπως όταν κοιτάνε το ρολόι τους, όταν περιμένουν
το κόκκινο φανάρι στο δρόμο, πριν σηκώσουν το τηλέφωνο κτλ. (Patel
et al, 1985).
Σημαντική
είναι και η τεχνική του Bowers. Η τεχνική αυτή (Bowers, 1990) περιλαμβάνει
χαλάρωση των βασικών μυϊκών ομάδων και την διαδικασία κατά την οποία
το άτομο φαντάζεται μια σκάλα και χαλαρώνει όλο και περισσότερο με
το κατέβασμα κάθε σκαλοπατιού. Οι συνεδρίες διαρκούν 50 λεπτά και
η μέθοδος μπορεί να γίνει από το άτομο και στο σπίτι του, καθημερινά
(Bowers, 1990).
Ενδιαφέρουσα
είναι η τεχνική, που αναφέρει ο Good (1995) ως χαλάρωση της γνάθου.
Στην τεχνική αυτή το άτομο αφήνει την κάτω γνάθο να πέσει ελαφρά σαν
να προσπαθεί να χασμουρηθεί. Η γλώσσα του «αναπαύεται» ακίνητη στο
πυθμένα του στόματος και το άτομο αφήνει τα χείλια του να χαλαρώσουν.
Στη συνέχεια αναπνέει σε 3 μέρη αργά και ρυθμικά: εισπνοή- εκπνοή
και μεσοδιάστημα μέχρι την επόμενη εισπνοή (Good, 1995)
Οι
τεχνικές χαλάρωσης είναι αποτελεσματικές σε διάφορα κλινικά συμπτώματα.
O Human et al (1989) διαπίστωσε πως οι τεχνικές χαλάρωσης είχαν αποτέλεσμα
στην υπέρταση, την κεφαλαλγία και την αϋπνία. Επίσης, ο Purkarich
et al (1992) έκανε έρευνα σε 24 επιληπτικούς από τους οποίους οι 13
έκαναν συνεδρίες προοδευτικής χαλάρωσης, ενώ οι άλλοι 11 απλώς καθόντουσαν
σε μια καρέκλα. Μετά από 6 μήνες το 29% των ασθενών που συμμετείχαν
στη θεραπεία χαλάρωσης είχαν μείωση στη συχνότητα των επιληπτικών
προσβολών (Puskarich et al, 1992).
Συμπερασματικά,
οι τεχνικές που είναι περισσότερο αποτελεσματικές έχουν 3 χαρακτηριστικά:
α)Εστίαση σε μια επαναλαμβανόμενη λέξη ή φράση ή πράξη. β) Παραμέληση
των εφήμερων σκέψεων και γ) Μεθόδους μυϊκής χαλάρωσης (Good, 1995)
Κεφάλαιο
(3.2) Χαλάρωση μέσω κινησιοθεραπείας
Ο Stenstrom et al (1996) αναφέρει ένα δεκαπεντάλεπτο πρόγραμμα χαλάρωσης
που στοχεύει στην προοδευτική μυϊκή χαλάρωση μέσω ασκήσεων που χαρακτηρίζονται
από τη σύσπαση και χαλάρωση διαδοχικών μυϊκών ομάδων των άκρων και
του κορμού, σε συνδυασμό με αναπνευστικές ασκήσεις. Το πρόγραμμα γίνεται
από το άτομο στο σπίτι του για 30 λεπτά, με συχνότητα 5 φορές την
εβδομάδα (Stenstrom et al, 1996). Μια άλλη τεχνική είναι η προοδευτική
μυϊκή χαλάρωση που αναφέρει ο Good (1995). Στην τεχνική αυτή το άτομο
είναι ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, με κλειστά τα μάτια, και χαλαρώνει
βαθιά κάθε μέρος του σώματος, αρχίζοντας από τα πόδια και τελειώνοντας
στο πρόσωπο. Για να χαλαρώσει το άτομο μπορούν να του δοθούν παραγγέλματα
από τον θεραπευτή όπως "τώρα χαλάρωσε τα κάτω άκρα σου".
O
Van Montfrans et al (1990) αναφέρει πέρα από κάποιες άλλες τεχνικές
και ένα πρόγραμμα ασκήσεων στο σπίτι 2 φορές την ημέρα, για 15 λεπτά
η κάθε "συνεδρία". Οι ασκήσεις αυτές γίνονται με τη βοήθεια ενός θεραπευτή
και την χρήση ειδικών κασετών μαγνητοφώνου (Van Montfrans et al, 1990).
Από την άλλη μεριά, ο Lascelles et al (1989) αναφέρει την τεχνική
της εναλλακτικής σύσπασης και χαλάρωσης των μυών που επιφέρει τελικά
την χαλάρωσή τους.
Η
Grainger (1990) σημειώνει πως για να χαλαρώσει κάποιος πρέπει να χαμηλώσει
τους ώμους, γιατί όταν έχει ένταση και άγχος τους σηκώνει. Επίσης,
συνεχίζει η Grainger (1990), αν το άγχος αντανακλάται στους μυς του
προσώπου και είναι συσπασμένοι, τότε πρέπει να τους χαλαρώσει. Πρέπει
να χαλαρώσει τον μυ του μετώπου και να γυρίσει τις γωνίες του στόματος
προς τα πάνω δημιουργώντας το πατέντο του χαμόγελου που του δίνει
ένα φυσιολογικό μήνυμα για καλύτερη διάθεση. Τέλος, μια γρήγορη μέθοδος
χαλάρωσης είναι η εκτέλεση μιας κουραστικής δραστηριότητας, όπως το
τρέξιμο (Grainger, 1990).
Ο
Wigers et al (1996) παρουσιάζει ένα πρόγραμμα μείωσης της τάσης των
μυών σε ασθενείς με ινομυαλγια. Το πρόγραμμα, εκτός των άλλων, αναφέρεται
στην αεροβική άσκηση από φυσικοθεραπευτή με συχνότητα 3 φορές την
εβδομάδα για 45 λεπτά η κάθε συνεδρία. Συγκεκριμένα το πρόγραμμα αρχίζει
με μουσική για 23 λεπτά στα οποία γίνεται προθέρμανση, μετά γίνεται
προπόνηση υψηλής έντασης με δύο περιόδους των 3 ως 4 λεπτών και ακολουθεί
παιχνίδι (με μπάλα ή κυνηγητό) για 15 λεπτά. Στο τέλος γίνεται αποθεραπεία
και χαλάρωση. Κατά την προπόνηση τα άτομα κάνουν ελεύθερα ασκήσεις
και ακολουθούν τον δικό τους ρυθμό (Wigers, 1996).
Κεφάλαιο
(3.3) Χαλάρωση μέσω ελέγχου της αναπνοής
Η
Grainger (1990) περιγράφει μια τεχνική ελέγχου της αναπνοής. Όταν
το άτομο έχει άγχος, αναφέρει η Grainger, αναπνέει ρηχά και κρατάει
την αναπνοή του. Για να το αντιμετωπίσει αυτό, πρέπει να εισπνέει
αργά και βαθιά και να εκπνέει πλήρως, προσπαθώντας κατά την εκπνοή
να λέει μέσα του τη λέξη "χαλάρωσε, χαλάρωσε, χαλάρωσε" ή "σπίτι,
σπίτι, σπίτι". (Grainger, 1990).
Παρόμοια
είναι και η τεχνική που αναφέρει ο Good (1995) στην οποία το άτομο
εισπνέει αργά και βαθιά και στην εκπνοή νιώθει ότι αρχίζει να χαλαρώνει
(παράγγελμα- "η ένταση φεύγει από το σώμα σου").Όταν το άτομο εισπνέει
και εκπνέει πρέπει να λέει μέσα του "ένα, δύο, τρία" ή όταν εκπνέει
πρέπει να συγκεντρωθεί σε μια λέξη ("ειρήνη", "χαλάρωση") η φράση
("νιώθω χαλαρός"), όχι όμως τη φράση- "πρέπει να χαλαρώσω" (Good,
1995).
Σε
μια έρευνα των Clark και Hirschman (1980) εξήχθη το συμπέρασμα πως
8 άτομα που ακολούθησαν μια τεχνική έλέγχου της αναπνοής είχαν μεγαλύτερη
μείωση του άγχους. Τα 8 αυτά άτομα εκπαιδεύτηκαν για 5 λεπτά να αναπνέουν
αργά με την βοήθεια 2 λαμπτήρων. Τους είπαν να αρχίσουν να αρχίσουν
κανονική και ομαλή εισπνοή στο άναμα της μιας λάμπας και να κάνουν
εκπνοή όταν ανάψει η άλλη λάμπα (Clark and Hirsechman, 1980).
Ο
έλεγχος της αναπνοής χρησιμοποιείται ως τεχνική αυτούσια ή σε συνδυασμό
με άλλες μεθόδους. Ο Mcillmurray και ο Holdcroft (1993) την χρησιμοποιούν
σε μια ερευνά τους σε συνδυασμό με τροποποιημένη yoga θεραπεία. Από
την άλλη μεριά είναι σημαντική η προοπτική τα άτομα να χρησιμοποιούν
τις τεχνικές αυτές στην καθημερινή τους ζωή. (Shaki et al, 1991).
Κεφάλαιο
(3.4) Χαλάρωση με τη χρήση του biofeed back
Biofeed back (βιολογική επανατροφοδότηση ή βιοανάδραση) είναι η τεχνική
κατά την οποία μέσω ειδικών συσκευών γίνονται αντιληπτές με τη μορφή
οπτικών ή ακουστικών σημάτων, εσωτερικές, φυσιολογικές ή παθολογικές
διεργασίες ενός ατόμου, με σκοπό την τροποποίηση ή τον έλεγχο των
διεργασιών αυτών (Ρουμελιώτης, 1993).
Το
biofeed back, κατά τον McKegney (1985), χρησιμοποιείται σε καταστάσεις
όπως:
α)
Άσθμα: με την χρήση ηλεκτρομυογραφήματος του μετωπιαίου μυ και αντίσταση
στους αεραγωγούς,
β)
Κεφαλαλγία τάσης: με ηλεκτρόδιο στο μετωπιαίο μυ για εκτίμηση της
δραστηριότητάς του στο ηλεκτρομυογράφημα,
γ)
Ημικρανία με την ενθάρρυνση της "θέρμανσης" των χεριών και του "κρυώματος"
της κεφαλής, για πρόληψη της υπερβολικής αγγειοσύσπασης των εγκεφαλικών
αρτηριών,
δ)
Καρδιακές αρρυθμίες (κολπική ταχυκαρδία, κολπικές εκτακτοσυστολές):
με τη χρήση του ηλεκτροκαρδιογραφήματος,
ε)
Ιδιοπαθής υπέρταση,
στ)
Ορθοστατική υπόταση
Η
μέθοδος χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της αισθητηριακής πληροφόρησης
στο άτομο πάνω σε ορισμένα βιολογικά φαινόμενα (αρτηριακή πίεση, καρδιακός
ρυθμός, μυϊκός τόνος, θερμοκρασία δέρματος κτλ.) με στόχο την ενεργητική
αυτορύθμισή τους (Ρουμελιώτης, 1993).
Το
biofeed back χρησιμοποιείται ως μέσο χαλάρωσης σε διάφορες καταστάσεις
όπως η κεφαλαλγία τάσης, η ημικρανία, η υπέρταση (καλά μακροπρόθεσμα
αποτελέσματα) και η νόσος του Raynaud's (Mckegey, 1985).
Επίσης
χρησιμοποιήθηκε ερευνητικά για την κυστική ίνωση (Delk et al, 1994).
Τα biofeed back είναι δύο το εσωτερικό και το εξωτερικό. Κατά τον
Mckegney (1985) το εσωτερικό biofeed back χρησιμοποιείται ως εσωτερική
ανάδραση των νευρομυϊκών απαντήσεων για να βοηθήσει τον εγκέφαλο να
μάθει κάποιες ψυχοκινητικές δραστηριότητες. Σε ότι αφορά το εξωτερικό
biofeed back, χωρίζεται σε 2 είδη: α) ο ειδικός τύπος τον οποίο το
άτομο χρησιμοποιεί την ανάδραση για τη ρύθμιση μιας συγκεκριμένης
κατάστασης όπως η αρτηριακή πίεση (Mckegney, 1985), β) Ο μη ειδικός
τύπος που δεν μετράει το σύμπτωμα ή την κατάσταση αλλά στοχεύει στην
εκμάθηση γενικότερων δεξιοτεχνιών όπως η χαλάρωση και η παρέμβαση
στο ηλεκτρομυογράφημα. Μηχανισμός της λειτουργίας του είναι η μείωση
της δράσης του συμπαθητικού συστήματος και η εκούσια αυτορύθμιση των
λειών μυών στις αρτηρίες, σε άτομα με τάση αγγειοσύσπασης (Mckegney,
1985).
Πιο
συχνά χρησιμοποιείται το ηλεκτρομυογράφημα στο biofeed back: με τη
χρήση ηλεκτροδίων παρακολουθείται η ηλεκτρομυογραφική δραστηριότητα
κάποιων μυών και απεικονίζεται με οπτικές αριθμητικές ενδείξεις, ενώ
συγχρόνως ακούγεται σαν ήχος διαβαθμιζόμενης έντασης ή συχνότητας
(Ρουμελιώτης, 1993). Ο Budzynski et al (1973) χρησιμοποίησε σε μια
έρευνα του πανεπιστημίου του Κολοράντο το biofeed back για την χαλάρωση
ατόμων με κεφαλαλγία. Στην έρευνα χρησιμοποιήθηκε το biofeed back
με ηχητικά ερεθίσματα. Συγκεκριμένα άκουγαν μία σειρά από "κλικ" που
ήταν ανάλογα της έντασης της μυϊκής τάσης του μετωπιαίου μυ κατά την
ηλεκτρομυογραφική εκτίμηση της δραστηριότητάς του. Η καταγραφή αυτή
γινόταν μέσω ηλεκτροδίων στο μυ και το σήμα του ηλεκτρομυογραφήματος
ενισχυόταν και μετατρεπόταν σε ψηφιακό σήμα ανάδρασης από το biofeed
back (Budzynski, 1973).
Διάφορες
έρευνες έγιναν στην χρήση του biofeed back σε διάφορες κλινικές καταστάσεις,
όπως για παράδειγμα στον διαβήτη στον οποίο δεν υπήρχε θετικό αποτέλεσμα
(Lane et al, 1993). Σημαντικό αποτέλεσμα, όμως υπήρχε στην αντιμετώπισή
της υπέρτασης λόγω άγχους, στην οποία η θεραπεία με το biofeed back
είχε ως συνέπεια την μείωση της αρτηριακής πίεσης (Nakao et al, 1997).
Στην έρευνα αυτή, το biofeed back είχε ως σήμα ανάδρασης μια κίτρινη
γραμμή σε ένα διάγραμμα, η οποία αύξανε ή μείωνε το μήκος της, ανάλογα
με την αλλαγή της πίεσης. Όταν η αρτηριακή πίεση αυξανόταν περισσότερο
από την ενδεικνυόμενη τιμή, τότε η κίτρινη γραμμή γινόταν κόκκινη
και αυτή την γραμμή προσπαθούσε ο ασθενής να μειώσει. Η συνεδρία με
το biofeed back γινόταν μεταξύ 2 και 4 μετά μέσημβρίας (αφού πριν
μετρούσαν την αρτηριακή πίεση) και είχε συχνότητα μια φορά την εβδομάδα
(Nakao et al, 1997).
Κατά
τον Ρουμελιώτη (1993) κατά τη διάρκεια της συνεδρίας το άτομο προσπαθεί:
1) Να κατανοήσει τη σχέση μεταξύ των ηλεκτρονικών σημάτων και της
επιθυμητής κινητικής λειτουργίας, 2) Να ελέγξει τα σήματα του biofeed
back μέσω της τροποποίησης των αντίστοιχων κινητικών του λειτουργιών,
3) Να επαναλαμβάνει συνεχώς την επιθυμητή κινητική λειτουργία με τη
βοήθεια της συσκευής, μέχρι να την μάθει επαρκώς. Η διάρκεια κάθε
συνεδρίας βιολογικής επανατροφοδότησης, συνεχίζει ο Ρουμελιώτης (1993),
είναι 45 ως 60 λεπτά, συνήθως επί καθημερινής βάσης. Ένα τυπικό πρωτόκολλο
απαιτεί 20 εώς 30 συνεδρίες, αν και τα αναμενόμενα αποτελέσματα εμφανίζονται
με τις πρώτες συνεδρίες.
Κεφάλαιο
(3.5) Άλλες μέθοδοι χαλάρωσης
Πέρα
από τις τεχνικές χαλάρωσης και τις γνωστές μεθόδους χαλάρωσης υπάρχουν
και άλλες μέθοδοι. Μια τέτοια μέθοδος είναι η αρωματοθεραπεία. Η αξία
της αρωματοθεραπείας στην χαλάρωση αποτέλεσε αντικείμενο πολλών ερευνών.
Μια από αυτές ήταν των Lis-Balchin και Hart (1998) που μελέτησε την
φαρμακευτική δράση των αιθέριων ελαίων της Νέας Ζηλανδίας "Manuka
(Leptospermum scoparium) και Kanuka (Kunzea ericoides). Τα αιθέρια
αυτάέλαια σε πειράματα με χοίρους είχαν σπασμολυπτική δράση. Συγκεκριμένα
έγινε ηλεκτρικός ερεθισμός απομονωμένου χοιρειου ειλεού ο οποίος ήταν
εμβαπτισμένος σε οργανικό υγρό. Τα αιθέρια έλαια διαλύθηκαν σε μεθανόλη
και προστέθηκαν στο οργανικό υγρό και όσο το λάδι ήταν σε επαφή με
τον ιστό και για 3 λεπτά έπειτα από το πλύσιμο του ιστού γινόταν μείωση
των συστολών. Διαπιστώθηκε, τελικά πως τα λάδια αυτά, που χρησιμοποιούνται
στην αρωματοθεραπεία για χαλάρωση, είχαν σπασμολυτική δράση. Η δράση
αυτή εξηγείται μέσω της μείωσης των συσπάσεων που επέφεραν η ακετυλοχολίνη
και η ισταμίνη και μέσω συμπαθομιμητικού μηχανισμού με την αύξηση
των επιπέδων του CAMP (Lis- Balchin και Hart,1998).
Άλλη
μέθοδος χαλάρωσης είναι η λουτροθεραπεία. O Pierach et al, (1993)
αναφέρει την γερμανική πηγή Nauheim στην οποία οι επισκέπτες έκαναν
ζεστό μπάνιο με αλατούχο νερό και στατικές σκήσεις από τους ιατρούς-
αδελφούς Schott. Εκτός των άλλων και οι κοινωνικές επαφές μεταξύ των
ατόμων βοηθούσαν την χαλάρωσή τους (Pierocch et al, 1993).
Η
Grainger (1990) αναφέρει κάποιους "εγκεφαλικούς" (συνειδητοποιημένους)
τρόπους χαλάρωσης. Συνιστά στο άτομο να ψάξει για οτιδήποτε του χαρίζει
δυνατές συγκινήσεις και να "κοιτάξει προς τον ουρανό". Επίσης, το
άτομο πρέπει να χαμηλώσει το ρυθμό των σκέψεών του. Οι αγχώδεις σκέψεις,
τονίζει, είναι σύντομες και σκόρπιες, γι' αυτό οι σκέψεις πρέπει να
γίνουν πλήρεις προτάσεις και "ταινίες στο μυαλό του.
Ιδιαίτερη
σημασία έχει η αλλαγή των προοπτικών. Όπως αναφέρει η Grainger (1990)
ας φανταστεί το άτομο τον εαυτό του να παρακολουθεί ένα αγχωμένο άνθρωπο
από ένα άλλο μέρος του δωματίου. Το γεγονός αυτό του δίνει μια απόσταση
από το άγχος και χρόνο και προοπτική ανασύνταξης. Όταν αυτή η σκέψη
γίνει για πρώτη φορά, καλό είναι να γίνει όταν το άτομο δεν έχει άγχος
(Grainger, 1990).
Άλλη,
ενδιαφέρουσα μέθοδος είναι η φαντασία εικόνων. Στη μέθοδο αυτή το
άτομο χαλαρώνει, καθώς φαντάζεται μια εικόνα ειρηνικού τοπίου όπως
ένα δάσος, μια κορυφή ενός βουνού ή μια αμμουδιά (Nynd, 1992). Στην
μέθοδο της φαντασίας εικόνων το άτομο φαντάζεται, γενικά, κάποια εικόνα
ή σκηνή που το κάνει να χαλαρώνει βαθιά (Andrews και Howard, 1990).
O
Good, (1995) συμπεριλαμβάνει στις τεχνικές χαλάρωσης την μουσικοθεραπεία.
Στη μέθοδο αυτή το άτομο διαλέγει τη μουσική που θεωρεί ότι τον ηρεμεί.
Αν δεν έχει κασετόφωνο του δίνουμε ένα, εξηγώντας του πως λειτουργεί:
πως ρυθμίζεται η ένταση, πως μπαίνουν τα ακουστικά κτλ. (Good, 1995).
Επίσης,
υπάρχουν και άλλες μέθοδοι όπως η χειρομάλαξη από έναν θεραπευτή (McIllmurray
και Holdcroft, 1993), οι αναπνευστικές ασκήσεις (Roll et al, 1988),
η ύπνωση και το yoga (Human et al, 1989), η υπνοθεραπεία (McIllmurray
και Holdcroft, 1993) ο υπερβατικός διαλογισμός, ο Lamaze διαλογισμός
και το Zen (Human et al, 1989). Επιπρόσθετα, αναφέρεται η προσευχή
(Benson, 1982 και Sloman, 1995) η αυτοσυγκέντρωση (Sloman, 1995 και
McIllmurray και Holdcroft, 1993) και η κρυοθεραπεία (Pasero, 1997).
Για
να χαλαρώσει κανείς πρέπει να βρίσκεται σε περιβάλλον χωρίς θόρυβο,
να μιλάει σιγά, να βγάλει το τηλέφωνο από την πρίζα και να μειώσει
την ένταση στο φως (Pasero, 1997). Επίσης, αναφέρει η Pasero (1997)
μπορεί να διαλέξει να τραγουδήσει ένα τραγούδι (ύμνο, παιδικό ή διαφημιστικό
τραγούδι) δυνατά ή σιωπηλά. Καθώς τραγουδάει πρέπει να ακολουθεί το
ρυθμό του τραγουδιού κουνώντας το δάκτυλό του ή το κεφάλι του. Έτσι
το τραγούδι αποτελεί, σύμφωνα με τη Pasero (1997), ένα τρόπο για χαλάρωση.
Κεφάλαιο
(4)
Κεφάλαιο
(4.1.) Μελέτες που αναφέρονται στην εφαρμογή της χαλάρωσης ως μέσον
αντιμετώπισης των ψυχοσωματικών παθήσεων
Οι
ψυχοσωματικές διαταραχές εμφανίζονται με ψυχολογικές και σωματικές
οδούς (Chertoc et al, 1977), παράγοντας ψυχοφυσιολογικές αυτόνομες
διαταραχές (Kolb, 1977) και τελικά, σωματικά συμπτώματα. Στην αντιμετώπιση
των ψυχοσωματικών διαταραχών πέρα από τις ψυχοθεραπευτικές και τις
φαρμακευτικές μεθόδους, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η χαλάρωση. Εξάλλου,
η σημασία της χαλάρωσης έχει επιβεβαιωθεί από αρκετές έρευνες. Οι
μέθοδοι χαλάρωσης, όμως, για να εφαρμοστούν σε άτομα με ψυχοσωματικές
παθήσεις απαιτούν ενεργητική συμμετοχή του ατόμου και συγκεκριμένα
κριτήρια όπως: να είναι επαρκώς κινητικό και να έχει την ικανότητα
συγκέντρωσης και εφαρμογής περίπλοκων οδηγιών (Gagne και Toye, 1994).
Στην
αντιμετώπιση των ψυχοσωματικών παθήσεων έχουν ένδειξη συγκεκριμένες
τεχνικές χαλάρωσης (βλ Κεφάλαιο 3.1.). Ο Kaplan (1985) αναφέρει πως
με την τεχνική Jacobson οι ασθενείς μαθαίνουν να χαλαρώνουν μυϊκές
ομάδες, όπως αυτές που σχετίζονται με την κεφαλαλγία τάσης, και όταν
αντιμετωπίζουν καταστάσεις έντασης στους μυς μπορούν να τους χαλαρώσουν.
Επίσης, αναφέρεται στις τεχνικές του Benson που χρησιμοποιούν διάφορες
υπερβατικές μεθόδους με ανατολικές επιδράσεις (π.χ. Yoga) που έχουν
ως χαρακτηριστικά την άνετη θέση, ένα ευχάριστο περιβάλλον, την θετική
προσέγγιση και την συγκέντρωση σε μια διανοητική εικόνα.
Για
την αντιμετώπιση του άγχους η Grainger (1990) περιγράφει ένα σύνολο
από μεθόδους χαλάρωσης που χαρακτηρίζονται από: α) Έλεγχο της αναπνοής.
β) Άσκηση. γ) Μείωση του ρυθμού των σκέψεων και προσανατολισμός σε
καταστάσεις που προσφέρουν δυνατές συγκινήσεις. δ) Μείωση του τόνου
της φωνής του ατόμου (για να πείσει τους άλλους και τον εαυτό του
ό,τι έχει τον έλεγχο της κατάστασης). ε) Χαλάρωση των μυών του προσώπου
και χαμήλωμα των ώμων. στ) Αλλαγή των προοπτικών.
Η
Whitehouse et al (1996) έκανε μια έρευνα σε 21 πρωτοετείς φοιτητές
ιατρικής. Οι φοιτητές αυτοί, που είχαν έντονο άγχος κατά την εξεταστική
περίοδο, ακολούθησαν μια μέθοδο της χαλάρωσης μέσω αυτοϋπνωσης. Έγιναν
14 συνεδρίες των 90 λεπτών, με συχνότητα 1 μέρα την εβδομάδα για 6
μήνες, με την βοήθεια δύο ψυχιάτρων. Επίσης, έκαναν ασκήσεις αυτούπνωσης
στο σπίτι τουλάχιστον για 15 λεπτά κάθε ημέρα. Την μέθοδο χαλάρωσης
ακολούθησαν 7 φοιτητές, ενώ οι υπόλοιποι αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.
Τελικά, μετά το πέρας του εξαμήνου διαπιστώθηκε πως οι φοιτητές που
ακολούθησαν τη μέθοδο αυτοϋπνωσης είχαν λιγότερο άγχος σε σχέση με
την ομάδα ελέγχου (White-house et al, 1996).
Οι
Gagne και Toye (1994) έκαναν μια έρευνα σε 18 ασθενείς ενός ψυχιατρικού
νοσοκομείου, 29 ως 69 ετών στους οποίους χρησιμοποιήθηκε η τεχνική
Benson (βλ. Κεφάλαιο 1.4.) και έγιναν συνεδρίες των 25 ως 30 λεπτών
για 2 ημέρες (2 συνεδρίες). Στους ασθενείς αυτούς μετρήθηκε το άγχος
με την κλίμακα άγχους (STAI) που καταγράφει την «καταστατική» και
την «χαρακτηριστική» κατάσταση άγχους. Επίσης, μετρήθηκε η συχνότητα
των κινήσεων στο κεφάλι, τα άκρα και τον κορμό σε 3 συνεχείς περιόδους
των 10 sec. κατά την περίοδο χαλάρωσης. Την θεραπεία χαλάρωσης ακολούθησαν
12 ασθενείς. Τελικά, διαπιστώθηκε πως η θεραπεία χαλάρωσης επέφερε
σημαντική μείωση στο άγχος, όπως φάνηκε στην μέτρηση της κινητικότητας
και της ατομικής αναφοράς άγχους (STAI) (Gagne και Toye, 1994). Τα
αποτελέσματα φαίνονται στον πίνακα (3).
Πίνακας
(3). Μέσα επίπεδα στις δύο μετρήσεις του άγχους (Τροποποιημένο από
Gagne και Toye, 1994)
| |
Κλίμακα άγχους |
Μέτρηση Κινητικότητας |
| |
STAΙ |
|
| |
Πριν την θεραπεία |
Μετά την θεραπεία |
Πριν την θεραπεία |
Μετά την θεραπεία |
| Ομάδα θεραπείας του άγχους με χαλάρωση |
*55,5 |
43 |
3,8 |
2,3 |
H
Gift et al (1992) μελέτησαν 26 ενήλικες με χρόνια απορρακτική νόσο
των πνευμόνων που είχαν έντονο άγχος. Από τους ασθενείς αυτούς μια
ομάδα έκανε θεραπεία χαλάρωσης σε 16 μυϊκές ομάδες και οι υπόλοιποι
κάθονταν ήρεμα σε ένα κάθισμα. Κατά την διάρκεια 4 συνεδρίων έγινε
αξιολόγηση, στην οποία φάνηκε πως τα άτομα που έκαναν θεραπεία χαλάρωσης
παρουσίασαν μείωση του άγχους και μείωση της καρδιακής τους συχνότητας
κατά 6,5 παλμούς/λεπτό (Giftetal, 1992).
Σημαντική,
όπως προαναφέρθηκε, είναι η αξία του biofeedback στην αντιμετώπιση
των ψυχοσωματικών παθήσεων. Ο ρόλος του biofeedback ως μέσου αντιμετώπισης
της υπέρτασης λόγω του stress αποτέλεσε αντικείμενο της έρευνας του
Makao et al, (1997). Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν 30 ασθενείς (σε
νοσοκομείο του Τόκιο) με υπέρταση. Μέρος των ασθενών αυτών ακολούθησε
θεραπεία μείωσης της υπέρτασης με τη χρήση του biofeedback με συνεδρίες
που είχαν συχνότητα 1 φορά την εβδομάδα και έγιναν για 3 εβδομάδες.
Τελικά, διαπιστώθηκε πως τα άτομα που έκαναν την θεραπεία με το biofeedback
παρουσίασαν μείωση της υπέρτασης λόγω stress και η μείωση στην αρτηριακή
πίεση διήρκησε 3 μήνες μετά το τέλος των συνεδρίων με το biofeedback
(Nakao et al, 1997).
Ο
Chertok et al (1977) αναφέρει ως μέθοδο αντιμετώπισης του ουρηθραίου
συνδρόμου (σύνδρομο της ευερέθιστης κύστης) και την φυσικοθεραπεία,
με τεχνικές όπως η μάλαξη και η υδροθεραπεία. O Shaw et al (1991)
έκανε μια έρευνα σε 35 ασθενείς, 22 ως 72 ετών, με σύνδρομο του ευερέθιστου
εντέρου. Από τους ασθενείς αυτούς οι 18 έκαναν θεραπεία χαλάρωσης
(SMP) και οι υπόλοιποι πήραν ένα αντισπασμωδικό φάρμακο. Τα άτομα
που συμμετείχαν στην SMP θεραπεία έκαναν 6 συνεδρίες των 40 λεπτών
με την αρωγή ενός φυσικοθεραπευτή που βοήθησε τα άτομα να συσχετίσουν
τα συμπτώματά τους με το άγχος και επίσης τους δίδαξε αναπνευστικές
ασκήσεις για να χαλαρώνουν στην καθημερινή τους ζωή. Η θεραπεία έγινε
για 6 μήνες και μετά από τον χρόνο αυτό διαπιστώθηκε πως η ομάδα που
έκανε τις συνεδρίες χαλάρωσης είχαν λιγότερα συμπτώματα και μικρότερης
σοβαρότητας, όπως φαίνεται στον πίνακα (4) (Shaw et al, 1991).
Πίνακας
(4). Η επίδραση της θεραπείας των συμπτωμάτων στις δύο ομάδες των
ασθενών 6 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας (Tροποποιημένο από Shaw
et al, 1991).
| Συχνότητα συμπτωμάτων |
n=18 |
n=17 |
| |
SPM |
Αντισπασμωδικό φάρμακο |
| |
n (άτομα) |
% |
n (άτομα) |
% |
| Μεγαλύτερη
|
0 |
|
0 |
|
| Ίδια |
6 |
|
14 |
|
| Μικρότερη |
12 |
67 |
3 |
18 |
| Σοβαρότητα
Προσβολών |
|
|
|
|
| Χειρότερη
|
0 |
|
1 |
|
| Ίδια
|
6 |
|
13 |
|
| Μικρότερη |
12 |
67 |
3 |
18 |
| Όφελος
θεραπείας |
|
|
|
|
| Σημαντική
βοήθεια |
9 |
|
2 |
|
| Μικρή |
4 |
|
1 |
|
| Όχι
αλλαγή/χειρότερα |
5 |
28 |
14 |
82 |
To
biofeedback χρησιμοποιήθηκε σε μία έρευνα του Budzynski et al (1973)
για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας του στην κεφαλαλγία. Συγκεκριμένα
έγινε έλεγχος σε 18 άτομα με κεφαλαλγία. Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε
3 ομάδες: η πρώτη ακολούθησε ένα πρόγραμμα biofeedback με τη χρήση
ηλεκτρομυογραφήματος, η δεύτερη συμμετείχε σε πρόγραμμα ψεύτικου biofeedback
(χωρίς να το γνωρίζει) και η Τρίτη ομάδα ήταν η ομάδα ελέγχου. Η πρώτη
και η δεύτερη ομάδα έκαναν 16 συνεδρίες (2 ανά εβδομάδα) και ακολούθησε
έλεγχος 3 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας. Ο έλεγχος αυτός έδειξε
πως ο πονοκέφαλος μειώθηκε στην πρώτη και στην δεύτερη ομάδα (στην
πρώτη μειώθηκε λίγο περισσότερο). Στην πρώτη ομάδα μόνο ένα άτομο
δεν είχε αλλαγή στην ένταση της κεφαλαλγίας ενώ στην δεύτερη ομάδα
τρία άτομα δεν είχαν αλλαγή. Αξίζει να αναφερθεί πως η μείωση της
κεφαλαλγίας στην δεύτερη ομάδα οφείλεται στην απόσπαση της προσοχής
τους στο σήμα του biofeedback και την απομάκρυνσή της από αρνητικές
σκέψεις (Budzynski et al, 1973).
Μια
άλλη έρευνα για την κεφαλαλγία ήταν του Blanchard et al (1986) αφορούσε
59 άτομα με ημικρανία, 65 άτομα με μεικτή κεφαλαλγία (κεφαλαλγία τάσης
και ημικρανία) και 82 άτομα κεφαλαλγία τάσης. Τα άτομα αυτά χωρίστηκαν
σε 3 ομάδες που εφήρμοσαν θεραπείες με τεχνικές χαλάρωσης, biofeedback
με ηλεκτρομυογράφημα του μετωπιαίου μυ και «θερμικό» biofeedback.
Διαπιστώθηκε και στις 3 ομάδες πως οι θεραπείες είχαν ως συνέπεια
την μείωση του άγχους και της κατάθλιψης που είχαν τα άτομα αυτά,
λόγω του προβλήματός τους (Blanchard et al, 1986). Παρόμοια έρευνα
για την σημασία της χαλάρωσης στην ημικρανία έγινε από τον Lascelles
et al (1989). Στην έρευνα αυτή συμμετείχαν έφηβοι με ημικρανία και
διεξήχθει στο Νοσοκομείο παίδων της Ottawa. Οι έφηβοι διδάχτηκαν 10
τεχνικές μείωσης του στρες και μετά επέλεξαν την τεχνική που τους
ταίριαζε.
Οι
τεχνικές χαλάρωσης έχουν χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά σε άτομα με
κρίσεις πανικού, πάντως ήταν λιγότερο αποτελεσματικές από την γνωσιακή
θεραπεία και το φάρμακο ιμιπραμίνη σε μια έρευνα 6 μηνών από τον Clark
et al (1994). Επίσης, οι τεχνικές χαλάρωσης είχαν σημαντικά οφέλη
σε Καρκινοπαθείς που είχαν άγχος και ψυχολογικές διαταραχές. Στο συμπέρασμα
αυτό κατέληξε έρευνα του McΙllmurray και του Holdcroft (1993) σε 513
καρκινοπαθείς. Από τους ασθενείς αυτούς το 32% αποκόμισε οφέλη από
την Εφαρμογή μεθόδων χαλάρωσης (McIllmurray και Holdcroft, 1993).
Ενδιαφέρουσα
είναι η έρευνα των Clark και Hirschman (1980) στην οποία συμμετείχαν
50 φοιτήτριες που είχαν άγχος όταν επισκέπτονταν τον οδοντίατρό τους.
Από αυτές οι 8 εκπαιδεύτηκαν σον αργό έλεγχο της αναπνοής τους και
οι υπόλοιπες εκπαιδεύτηκαν με διαφορετικό τρόπο. Τα άτομα που εκπαιδεύτηκαν
στην αργή αναπνοή παρουσίασαν μείωση του άγχους. Ο Goodale et al (1990)
ασχολήθηκε με την επίδραση της χαλάρωσης στο προεμμηνορρησιακό σύνδρομο.
Στην δική του έρευνα συμμετείχαν 46 γυναίκες με προεμμηνορησιακό σύνδρομο
που χωρίστηκαν σε 3 ομάδες, από τις οποίες η μια έκανε ένα πρόγραμμα
χαλάρωσης. Τελικά, η ομάδα αυτή, έδειξε αξιοσημείωτη βελτίωση στα
σωματικά συμπτώματα. Οι γυναίκες αυτές είχαν κατά 58% βελτίωση έναντι
των άλλων ομάδων (Goodale et al, 1990).
Σε
γενικές γραμμές οι τεχνικές χαλάρωσης επιδρούν ευεργετικά σε αρκετές
κλινικές καταστάσεις όπως η υπέρταση, η αυπνία και η κεφαλαλγία (Human
et al, 1989). Μια άλλη πάθηση στην οποία έχει αποτέλεσμα η χαλάρωση
είναι η ελκωτική στοματίτις. Σε έρευνα του Andrews και του Howard
(1990) έλαβαν μέρος 7 άτομα ηλικίας έως 66 ετών. Τα άτομα αυτά είχαν
ελκωτική στοματίτιδα (άφθες)και ακολούθησαν ένα πρόγραμμα χαλάρωσης
με 12 συνεδρίες 2 φορές την ημέρα και η διάρκεια κάθε συνεδρίας ήταν
30 λεπτά. Η συνεδρία χαλάρωσης γινόταν από ένα οδοντίατρο.
Η
χαλάρωση συνίστατο σε μια διαδικασία κατά την οποία οι ασθενείς φαντάζονταν
σκηνές που τους χαλάρωναν. Επίσης, φαντάζονταν τα λευκοκύτταρά τους
να βοηθούν στη μάχη εναντίον των ελκών στο στόμα. Μετά δινόταν η υπόδειξη
ότι τα λευκοκύτταρα θα συνέχιζαν τη μάχη ακόμα και όταν το άτομο δεν
τα φανταζόταν. Το πρόγραμμα αυτό επέφερε σημαντική βελτίωση στη συχνότητα
των ελκών σε όλους τους ασθενείς (βλ. πίνακα 5), (Andrews και Hall,
1990).
Πίνακας (5). Επίδραση της θεραπείας στα έλκη (τροποποιημένο
από Andrews και Hall, 1990).
| |
Μέσος αριθμός ελκών |
| Εβδομάδες συνεδρίων |
Άτομο |
Πριν την θεραπεία |
Μετά την θεραπεία |
| 8 |
1 |
1,58 |
0,33 |
| 8 |
2 |
1,09 |
0,74 |
| 6 |
3 |
0,91 |
0,55 |
| 4 |
4 |
1,43 |
1,80 |
| 4 |
5 |
2,50 |
1,08 |
| 4 |
6 |
1,27 |
0,64 |
| 6 |
7 |
1,65 |
0,20 |
Τέλος,
η Wynd (1992) αναφέρει πως οι τεχνικές χαλάρωσης έχουν σημαντική επίδραση
στη μείωση του άγχους σε ασθενείς που θέλουν να κόψουν το κάπνισμα.
Συγκεκριμένα, έγινε μια έρευνα από την Wynd (1992) στην οποία συμμετείχαν
76 άτομα που σταμάτησαν το κάπνισμα. Τα άτομα χωρίστηκαν σε δύο ομάδες:
την ομάδα ελέγχου (37 άτομα) και την ομάδα που ακολούθησε ένα πρόγραμμα
χαλάρωσης (39) άτομα). Τα άτομα της ομάδας που συμμετείχαν στο πρόγραμμα
χαλάρωσης διδάχτηκαν από κάποιον θεραπευτή τεχνικές βραδύας αναπνοής
και προοδευτικής μυϊκής χαλάρωσης. Επίσης τους παρουσιάζονταν μία
εικόνα ενός ειρηνικού τοπίου, για να χαλαρώσουν. Έπειτα από το πέρας
του προγράμματος έγινε αξιολόγηση των δύο ομάδων. Διαπιστώθηκε πως
η πρώτη ομάδα είχε μειωμένο άγχος και καλύτερη αποχή από το κάπνισμα,
δεδομένου ότι το άγχος είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην υποτροπή
των ατόμων που διακόπτουν το κάπνισμα (Wynd, 1992).
Kεφάλαιο
(5)
Κεφάλαιο
(5.1.). Ανασκόπηση και συμπεράσματα
Η
χαλάρωση μπορεί να γίνει με πολλές μεθόδους όπως είναι η κινησιοθεραπεία,
ο έλεγχος της αναπνοής και το biofeedback. Επίσης, μπορεί να γίνει
με διάφορες τεχνικές όπως είναι του Benson, του Lascelles, του Jacobson
και του Patel. Κατά τον Sloman (1995) η χαλάρωση βοηθάει στη μείωση
της υπερβολικής δράσης του συμπαθητικού συστήματος και την εξουδετέρωση
του άγχους.
Η
χαλάρωση έχει ανακουφιστική δράση σε σωματικές ασθένειες, όπως η οσφυαλγία
(Ingher, 1989), η αρθρίτις και το διάστρεμμα (Eisenbergetal, 1993),
η υπέρταση (Patel et al, 1985), οι ρευματοπάθειες (Strestrom, 1996),
τα γυναικολογικά προβλήματα (Hulme et al, 1989), ο πόνος (Sloman,
1995) και άλλες καταστάσεις.
Οι
ψυχοσωματικές παθήσεις αναφέρονται σε κάθε σωματική ασθένεια ή δυσλειτουργία
στην οποία ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν αιτιολογικό ρόλο (Lipowski,
1985). Τέτοιες παθήσεις είναι η ελκωτική στοματίτιδα (Andrews και
Hall, 1990), η στηθάγχη (Roll et al, 1988) όταν δεν έχει οργανική
αιτία, το σύνδρομο του ευερέθιστου εντέρου (Κοlb, 1977), το σύνδρομο
της ευερέθιστης κύστης (Chertok et al, 1977), η ημικρανία (Cohen et
al, 1978), οι κρίσεις πανικού (Clark et al, 1994), το άγχος, η κατάθλιψη
και πολλές άλλες καταστάσεις.
Οι
ψυχοσωματικές παθήσεις ερμηνεύονται από το γεγονός πως τα εσωτερικά
όργανα του σώματος συνδέονται με το νευρικό σύστημα, από το οποίο
ελέγχονται σε συνδυασμό με μεταβολικούς και ορμονικούς μηχανισμούς
ανάδρασης (Kolb, 1977). Συγκεκριμένα, ασυνείδητες επιδράσεις πιθανώς
συνδέονται με αλλαγές στις ορμονικές εκκρίσεις και επιφέρουν αλλαγές
στο αυτόνομο νευρικό σύστημα (Kaplan και Sadock, 1985). Τα ψυχοσωματικά
προβλήματα αντιμετωπίζονται με ψυχοθεραπεία (Κaplan, 1985), φαρμακευτική
θεραπεία, όπως είναι τα ψυχοτρόπα φάρμακα (Fann και Whelss, 1982)
και χαλάρωση.
Η
χαλάρωση μέσω τεχνικών χαλάρωσης (Jacobson, Benson, Patel, κ.λ.π.)
καθώς και με τις άλλες μεθόδους, έχει διαπιστωθεί ότι είναι ιδιαίτερα
χρήσιμη σε ψυχοσωματικές παθήσεις ως θεραπευτικό μέσο (Kaplan, 1985).
Διάφορες έρευνες έχουν αναδείξει την ευεργετική της επίδραση σε ψυχοσωματικές
παθήσεις όπως το άγχος (Whitehouse et al, 1996), η υπέρταση (Natao
et al, 1997), το ουρηθραίο σύνδρομο (Shaw et al, 1991), η κεφαλαλγία
(Budzynski et al, 1973), το προεμμηνορρησιακό σύνδρομο (Goodale et
al, 1990), οι κρίσεις πανικού (Clark et al, 1994) και πολλές άλλες
ψυχοσωματικές παθήσεις.
Κεφάλαιο
(5.2.) Επίλογος
Οι
ψυχοσωματικές παθήσεις είναι οι ασθένειες εκείνες που πρωτίστως εκδηλώνονται
με σωματικά συμπτώματα, όπως έμετοι, ανορεξία και διάρροια (Κaplan,
1985). Η ερμηνεία τους ανάγεται στην μαζική κινητοποίηση του συμπαθητικού
νευρικού συστήματος (Guyton, 1992) και σε νευροενδοκρινολογικές διεργασίες
(Lipowski, 1985).
Στην
αντιμετώπιση των ψυχοσωματικών παθήσεων, εκτός των άλλων μεθόδων,
παίζει σημαντικό ρόλο η χαλάρωση. Σε πολλές έρευνες διαπιστώθηκε η
αξία της στη σημαντική μείωση του άγχους (Gagne και Toye, 1994), της
κατάθλιψης (Blanchard et al, 1986) και άλλων ψυχοσωματικών παθήσεων.
Κεφάλαιο
(6)
Κεφάλαιο
(6.1.) Αρθρογραφία
1)
Andrews, V.H., Hall, R.H. (1990) The Effects of Relaxation/Imagery
Training on Recurrent Aphthous Stomatitis. A Prliminary Study. Psychosomatic
Medicine, 52, 526 - 535.
2)
Bashour, T.T., Hakim, O., Cheng, T.O. (1983) Coronary spastic angina
in middle-aged women: A Psychomatic disorder? American Heart Journal,
106 (3), 609 - 613.
3)
Benson, H. (1982). The Relaxation Response: History, Physiological
Basis and Clinical Usefulness. Acta Medica Scandinavico, 660, 231-237.
4)
Blanchard, E.B., Andrasik F., Appelbaum, K.A., Evans, D.D., Myers,
P., Barron, K. (1986) Three Studies of the Psychologic Changes in
Chronic Headache Patients Associated with Biofeedback and Relaxation
Therapies. Psychosomatic Medicine, 48 (1/2), 73-83.
5)
Bowers, W.A. (1990). Treatment of Depressed In - Patients. Cognitive
Therapy plus Medication, and Medication Alone. British Journal of
Psychiatry, 156, 73 -78.
6)
Budzynski, T.H., Stoyra, J.M., Adle, c.s., Mylloney, D.J. (1973).
E.M.G. Biofeedback and Tension Headache: A controlled outcome Study.
Psychosomatic Medicene, 35(6), 484-496.
7)
Chertok, L., Bougyuignon, O., Guillon, F., Aboulker, P., (1977). Urethral
Syndrome in Female («Irritable Bladder»): The Expression of Fantasies.
About the Urogenital Area. Psychosomatic Medicine, 39(1), 1-10.
8)
Clark, M. Hirschman, R. (1980). Effects of Paced Respiration on Affective
Responses During Dental Stress. Journal of Dentist Research, 59(9),
1533
9)
Clark, D.M., Salkonskis, P.M., Hackmann, A., Middleton, H., Anastasiades,
P., Gedler, M. (1994) Comparison of Cognitive Therapy, Applied Relaxation
and Imipramine in the Treatment of Panic Disorder. British Journal
of Psychiatry, 164, 759-769.
10)
Cohen, M.J., Rickles, W.H., McArthur, D.I. (1978) Evidence for Physidogical
Response Stereotypy in Migraine Headache. Psychosomatic Medicine,
40(4), 344-354.
11)
Condon, S.M., Hutton, R.S. (1987) Soleus muscle electromyographic
activity and ankle dorsiflexion range of motion during four stretching
procedures. Physical Therapy, 67 (1), 24-30.
12)
Christine, J.P. (1997) Pain control. American Journal of Nursing,
97 (8), 18-20.
13)
Delahanty, D.L., Douga II, A.L., Graig, K.J., Jenkis F.J., Baum, A.
(1997) Chronic Stress and Natural Killer Cell Activity After Exposure
to Traumatic Death. Psychosomatic Medicine, 59(5), 467-476.
14)
Delk, K.K., Geritz, R., Hicks, P.A., Garden, F., Rucker, R., (1994).
The Effects of Biofeedback Assisted Breathing Retraining on Lung Function
in Patients with Cystic Fibrosis Chest, 105(1), 23-28.
15)
Eisenberg, D.M., Kessler, R.C., Foster, C., Norlock, F.E., Calkins,
D.F., Delbanco, T.L. (1993). Unconventional Medicine in the United
States. The New England Journal of Medicine, 328(4), 246-252.
16)
Field, T., Henteleff, T., Hernandez-Reif, M. Martinez, E., Manunda,
K., Kuhn, S., Schanberg, S. (1998). Children with asthma have improved
pulmonary functions after massage therapy. The Journal of Pediatrics,
132(5), 854-858.
17)
Freedman, M.R., Rosenberg, S.J., Schmaling, K.B. (1991). Childhood
Sexual Abuse inpatients with Paradoxical Vocal Cord Dysfunction. The
Journal of Nervous and Mental Disease, 179 (5), 295-298.
18)
Gagne, D., Toye, R.C., (1994). The Effects of Therapeutic Touch and
Relaxation Therapy in Reducing Anxiety. Archives of Psychiatric Nursing,
VIII (3), 184-189.
19)
Gift, A., Moore, T., Soeken, K. (1992). Relaxation to reduce Dispnea
and Anxiety in COPD Patients. Nursing research, 41(4), 242-246.
20)
Good, M. (1995) Relaxation Techniques for Surgical Patients. American
Journal of Nursing, 95(5), 39-43.
21)
Good, W.R., Vlachonicolis, I., Griffiths, P., Griffiths, R.A. (1987).
The Structure of Depressive Symptoms in the Elderly. British Journal
of Psychiatry, 150, 463-470.
22)
Goodale, I., Domar, A.D., Benson, h. (1990). Alleviation of Premenstrual
Syndrome Symptoms with the Relaxation Response. Obstetrics and Gynecology,
75(4), 649-655.
23)
Graigner, R.D. (1990). Anxiety Interrupters. American Journal of Nursing,
90 (2), 14-15.
24)
Griffin, C., Dougherty, M.C., Yarandi, H. (1994). Pelvic Muscles During
Rest: Responses to Pelvic Muscle Exercise. Nursing Research, 43(3),
164-167.
25)
Horsten, M., Wamala, S.P., Vingerhoets, A., Orth-Gomer, K. (1997).
Depressive symptoms, Social support and Lipid Profile in Healthy Middle-Aged
Women. Psychosomatic Medicine, 59(5), 521-528.
26)
Hulme, J.B., Mayfield, H., Hulme, R. (1989). Obstetrics-gynecology
in the physical therapy curriculum: a follow - up study. Physical
Therapy, 69(4), 264-267.
27)
Human, R.B., Feldman, H.R., Harris, R.B., Levin, R.F., Malloy, G.B.
(1989). The Effects of Relaxation Training On Clinical Symptoms: A
Meta-Analysis. Nursing Research, 38(4), 216-220.
28)
Ingher, R.S. (1989). Iliopsoas Myofascial Dysfunction: A Treatable
Cause of «Failed» Low Back Syndrome. Archieves of Psysical Medicine
Rehabilitation, 70, 383-386.
29)
Jacobsen, R., Edinger, J.D. (1982) Side Effects of Relaxation Treatment.
American Journal of Psychiatry 139 (7), 952-953.
30)
Johnsen, R., Forde, O.H., Straume, B., Burhol, P.G. (1994). Aetiology
of peptic ulcer: a prospective population study in Norway. Journal
of Epidemiology and Community Health, 48(2), 156-160.
31)
Kolb, L.C., (1993). A Perspective and Future Drams of PTSD as a Psychosomatic
Disorder. Psychosomatic Medicine, 55(5), 424-425.
32)
Kristal-Boneh, E., Melamed, S., Kusnnir, T., Froom, P. Harari, G.,
Ribak, J. (1998). Association Between Somatic Symetoms and 24 - Hour
Ambulatory Blood Pressure Levels. Psychosomatic Medicine, 60, 616-619.
33)
Lane, J.D., McCaskill, C.C., Ross, S.L., Feinglos, M.N., Surwit, R.
(1993). Relaxation Training for NIDOM, Diabetes Care, 16(8), 1087-1094.
34)
Lascelles, M.A., Cummingham, J., McGrath, P. Sallivan, M.J.L. (1989).
Healing Adolescents Manage Migraine Headaches. American Journal of
Nursing, 89(9), 1215-1216.
35)
Lis - Balchin, M., Hart, S.L. (1998). An Investigation of the Actions
of the Essential oils of Maluka (Leptospermum scoparium) and Kanuka
(Kunzea ericoides), Myrtaceaeon Guinea pig Smooth Muscle. Journal
Pharm. Pharmacology, 50(7), 809-811.
36)
McIllmurray, M.B., Holdcroft, P.E. (1993). Supportive care and the
use of relaxation therapy in a district cancer service. British Journal
of Cancer, 67(4), 861-864.
37)
Meares, A. (1981) Cancer, Psychosomatic Illness and Hysteria. The
Lancet, 8254 (2), 1037-1038.
38)
Moore, M.A., Kukulka, C.G. (1991). Depression of Hoffmann Reflexes
Following Voluntary Contraction and Implications for Proprioceptive
Neuromuscular. Facilitation Therapy. Physical Therapy, 71(4), 321-333.
39)
Nakao, M., Nomura, S., Shlmosawa, T., Yoshiuchi, K., Kumano, H., Kuboki,
T., Suematsu, H., Fujita, T. (1997) Clinical Effects of Blood Pressure
Biofeedback Treatment on Hypertension by Auto-Shaping. Psychosomatic
Medicine, 59, 331-338.
40)
Patel, A., Marmot, M.G., Terry, D.J. (1981). Controlled trial of biofeedback-aided
behavioural methods in reducing mild hypertension. British Medical
Journal, 282, 2005-2008.
41)
Patel, A., Marmot, M.G., Carrutners, M., Hunt, B., Patel C. (1985).
Trial of relaxation in reducing coronary risk: four year follow up.
British Medical Journal, 290, 1103-1106.
42)
Pierach, C.A., Wangensteen, S.D., Burchell, H.B. (1993). Spa Therapy
for Heart Disease Bad Nauheim (circa 1900). American Journal of cardiology,
72,3, 336-342.
43)
Puskarich, C.A., Whitman, S., Dell, J., hughes, J.R., Rosen, A.J.,
Hermann, B.P. (1992). Controlled Examination of Effects of Progressive
Relaxation Training on Seizure Reduction. Epilepsia, 33(4). 675-680.
44)
Roll, M., Perski, A., Theorell, T. (1988). Acute Chest Pain Without
Obvious Organic Cause before the Age of 40. Acta Medica Scandinavica,
224(3), 237-243.
45)
Shaw, G., Strivastana, E.D., Sadlier, M., Swann, P., James, J.K.,
Rhodes, J.(1991). Stress, Management for Irritable Bowel Synddrome:
A controlled Trial, Digestion, 50(1), 36-42.
46)
Sloman, R. (1995). Relaxation and the Relief of Cancer Pain. Nursing
Clinics of North America, 30(4), 697-709.
47)
Stenstrom, C.H., Arge, B., Sundlbom, A. (1996), Dynamic Training Versus
Relaxation Training as Home Exercise for Patients with Inflammatory
Rheumatic Diseases. Scandinavian Journal of Rheumatology, 25(1), 28-33.
48)
Stratton, J.R., Levy, W.C., Cerqueiro, M.D., Schwartz, R.S., Abrass,
T.B. (1994). Cardiovascular Responses to Exercise. Effects of Aging
and Exercise. Training in Healthy Men. Circulation, 89(4), 1648-1655.
49)
Ursano, R.J. (1997). Disaster: Stress, Immunologic. Function and Health
Behavior. Psychosomatic Medicene, 59(2), 142-143.
50)
Yan Montfrans, G.A., Karemaker, J.M., Wieling, W., Dunning, A.J. (1990).
Relaxation therapy and continuous ambulatory blood pressure in mild
hypertension; a controlled study. British Medical Journal, 300, 1368-1372.
51)
Wagner, D., Heinrichs, M. Ehlert, U.((1998) Prevalence of Symptoms
of Posttraumatic Stress Disorderr in German Professional Fireflighters.
American Journal of Psychiatry, 155(12), 1727-1732.
52)
Whitehouse, W.G., Dinges, D.F., Orne, E.C., Keller, S.E., Bates, B.L.,
Bauer, N.K., Morahar, P., Hanet, B.A., Carlin, M.M., Bloom, P.B.,
Zaugg, L., Orne, M.T., (1996). Psychosocial and Immune Effects of
Self-Hypnosis Training for Stress Management Throughout the First
Semester of Medical School. Psychosomatic Medicine, 58, 249-263.
53)
Wigers, S.H., Stiles, T.C., Vogel, P.A. (1996). Effects of Aerobic
Exercises Versus Stress Management Treatment in Fibromyalgia. Scandinavian
Journal of Rheumatology, 25(2), 77-86.
54)
Wynd, C.A. (1992). Relaxation imagery used for stress reduction in
the prevention of smoking relapse. Advanced Nursing, 17(3), 294-302.
|